Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Περί θανάτου


-Γέροντα  γιατί ό Θεός επιτρέπει να πεθαίνουν τόσοι νέοι άνθρωποι;

- Κανείς δεν έχει κάνει συμφωνία με τον Θεό πότε θά πεθάνη.
Ό Θεός τον κάθε άνθρωπο τον παίρνει στην καλύτερη στιγμή της ζωής του, μέ έναν ειδικό τρόπο, γιά νά σώση τήν ψυχή του.
Έάν δει ότι κάποιος θά γίνη καλύτερος, τον αφήνει νά ζήση.
Έάν δει όμως ότι θά γίνη χειρότερος, τον παίρνει, γιά νά τον σώση.
Μερικούς πάλι πού έχουν αμαρτωλή ζωή, άλλα έχουν τήν διάθεση νά κάνουν το καλό, τους παίρνει κοντά Του, πριν προλάβουν νά το κάνουν, επειδή ξέρει ότι θά έκαναν το καλό, μόλις τους δινόταν ή ευκαιρία.
Είναι δηλαδή σάν νά τους λέη: «Μήν κουράζεσθε• αρκεί ή καλή διάθεση πού έχετε».
Άλλον, επειδή είναι πολύ καλός, τον διαλέγει και τον παίρνει κοντά Του, γιατί ό Παράδεισος χρειάζεται μπουμπούκια.
Φυσικά οι γονείς και οι συγγενείς είναι λίγο δύσκολο νά το καταλάβουν αυτό.
Βλέπεις, πεθαίνει ένα παιδάκι, το παίρνει αγγελούδι ό Χριστός, και κλαίνε και οδύρονται οι γονείς, ενώ έπρεπε νά χαίρονται, γιατί που ξέρουν τί θά γινόταν, αν μεγάλωνε; Θά μπορούσε άραγε νά σωθή; 



"Οταν το 1924 φεύγαμε από τήν Μικρά Ασία μέ το καράβι, γιά νά έρθουμε στην Ελλάδα, εγώ ήμουν βρέφος.
Το καράβι ήταν γεμάτο πρόσφυγες καί, όπως μέ είχε ή μητέρα μου μέσα στις φασκιές, ένας ναύτης πάτησε επάνω μου.
Ή μάνα μου νόμισε ότι πέθανα καί άρχισε νά κλαίη. Μιά συγχωριανή μας άνοιξε τις φασκιές καί διαπίστωσε ότι δεν είχα πάθει τίποτε.
"Αν πέθαινα τότε, σίγουρα θά πήγαινα στον Παράδεισο. Τώρα πού είμαι τόσων χρονών καί έχω κάνει τόση άσκηση, δέν είμαι σίγουρος αν πάω στον Παράδεισο. 

'Αλλά καί τους γονείς βοηθάει ό θάνατος τών παιδιών.
Πρέπει νά ξέρουν ότι από εκείνη τήν στιγμή έχουν έναν πρεσβευτή στον Παράδεισο.
"Όταν πεθάνουν, θά 'ρθουν τά παιδιά τους μέ εξαπτέρυγα στην πόρτα του Παραδείσου νά υποδεχθούν τήν ψυχή τους. Δέν είναι μικρό πράγμα αυτό!
Στά παιδάκια πάλι πού ταλαιπωρήθηκαν εδώ άπό αρρώστιες ή άπό κάποια αναπηρία ό Χριστός θά πει:
«Ελάτε στον Παράδεισο καί διαλέξτε το καλύτερο μέρος». Καί τότε εκείνα θά Του πουν: «Ώραία είναι εδώ, Χριστέ μας, άλλα θέλουμε καί τήν μανούλα μας κοντά μας».
Καί ό Χριστός θά τά ακούσει καί θά σώση μέ κάποιον τρόπο καί τήν μητέρα.
Βέβαια δέν πρέπει νά φθάνουν οι μητέρες καί στο άλλο άκρο.
Μερικές μανάδες πιστεύουν ότι το παιδί τους πού πέθανε άγιασε καί πέφτουν σε πλάνη.
Μιά μητέρα ήθελε νά μου δώση κάτι από τον γιό της πού είχε πεθάνει, γιά ευλογία, γιατί πίστευε ότι αγιασε.
«Έχει ευλογία, μέ ρώτησε, νά δίνω άπό τά πράγματα του;». «"Οχι, της είπα, καλύτερα νά μή δίνης».
Μιά άλλη είχε κολλήσει τήν Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ στον Εσταυρωμένο τήν φωτογραφία του παιδιού της πού το είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί καί έλεγε:
«Καί το παιδί μου σάν τον Χριστό έπαθε». Οι γυναίκες πού κάθονταν καί ξενυχτούσαν στον Εσταυρωμένο τήν άφησαν, γιά νά μήν τήν πληγώσουν. Τί νά έλεγαν; Πληγωμένη ήταν. 




-Πόση δύναμη χρειάζονται, Γέροντα, οι άνθρωποι, γιά να αντιμετωπίσουν τον αιφνίδιο θάνατο!
"Αμα έχουν συλλάβει το βαθύτερο νόημα της ζωής, βρίσκουν τήν δύναμη νά αντιμετωπίσουν τον θάνατο, γιατί τον αντιμετωπίζουν πνευματικά.
Μέ τά μηχανάκια πόσα παιδιά καταστρέφονται!
Πόσα παλληκάρια σκοτώνονται μέ τις μοτοσυκλέτες!
Σηκώνουν την μοτοσυκλέτα πίσω στην μία ρόδα, οπότε εύκολα τουμπάρουν και σπάζουν το κεφάλι τους.
Το θεωρούν κατόρθωμα ποιος θα σηκώσει την μοτοσυκλέτα περισσότερο! «Κρατούσα, λέει, σούζα την μοτοσυκλέτα στην πίσω ρόδα και τουμπάρισα».
Ό διάβολος, βλέπεις, τί τους βάζει να κάνουν, για να χτυπήσουν στο κεφάλι;
Γιατί αλλιώς, ακόμη κι αν είχαν κάποιο ατύχημα, μπορεί νά χτυπούσαν άλλου και νά μη σακατεύονταν. Γιά νά επιτρέψη όμως ό Θεός την κακία του διαβόλου ή την απροσεξία του άλλου, σημαίνει ότι θά βγή κάτι καλό. 







-Τότε, Γέροντα, γιατί ή Εκκλησία μας εύχεται «υπέρ του διαφυλαχθήναι» από αιφνίδιο θάνατο;
-Εκείνο είναι άλλο. Ζητά άπό τον Θεό νά μη μας βρει ό θάνατος ανέτοιμους.
-Γέροντα, μιά μητέρα είναι απαρηγόρητη, γιατί το παιδί της πηγαίνοντας στην δουλειά σκοτώθηκε σε τροχαίο. 

-Πες της: «Άπό κακότητα χτύπησε ό οδηγός το παιδί σου; Όχι.
Έσύ, γιά νά σκοτωθεί το έστειλες στην δουλειά; "Οχι. Νά πεις λοιπόν "δόξα Σοι ό Θεός", γιατί μπορεί νά γινόταν ένα αλητάκι και ό Θεός το πήρε στην κατάλληλη ώρα.
Τώρα είναι ασφαλισμένο στον Ουρανό. Τι κλαις; Ξέρεις ότι βασανίζεις το παιδί μέ το κλάμα;
Θέλεις νά βασανίζεται τό παιδί σου ή νά χαίρεται; Φρόντισε νά βοηθήσης τά άλλα παιδιά πού έχεις και είναι μακριά άπό τον Θεό.
Γι' αυτά νά κλαις». Νά, και χθες ήρθε μιά μητέρα μέ κλάματα και μου είπε:
«Μου πήρε ό Θεός τό μονάκριβο παιδί μου», και τά έβαζε μέ τον Θεό.
«"Αν τό καλοσκεφθής, τής είπα, σέ τίμησε ό Θεός.
Τό πήρε κοντά Του αγγελούδι, βαπτισμένο όπως ήταν. Αυτό είναι αγγελούδι και εσύ τά βάζεις μέ τον Θεό;
Αυτό θά βρεις μεθαύριο νά πρεσβεύη στον Θεό».
Μετά πού μου μίλησε γιά τήν ζωή της, είπε πώς μπορούσε νά έχη πολλά παιδιά, άλλα, όταν ήταν νέα, δεν ήθελε νά έχη παιδιά.
Πόσες μητέρες προσεύχονται και ζητούν νά είναι τά παιδιά τους κοντά στον Θεό!
«Δεν ξέρω, λένε, τί θά κάνης, Θεέ μου, θέλω νά σωθή τό παιδί μου• νά είναι κοντά Σου».
Αν τυχόν όμως ο Θεός δει ότι τό παιδί θά παραστρατήση, ότι πηγαίνει στην καταστροφή και δεν υπάρχει άλλος τρόπος νά σωθει, τό παίρνει μέ αυτόν τον τρόπο.
Επιτρέπει λ.χ. έναν μεθυσμένο νά τό χτυπήση μέ τό αυτοκίνητο και νά τό σκοτώση, και έτσι τό παίρνει κοντά Του.
Ά ν υπήρχε περίπτωση νά γίνη καλύτερο, θά έφερνε ένα εμπόδιο νά αποφύγει τό ατύχημα.
Μετά ξεμεθάει και αυτός πού χτύπησε τό παιδί, έρχεται σέ συναίσθηση και σέ όλη του τήν ζωή τον πειράζει ή συνείδηση του.
«Εγκλημάτησα», λέει, και παρακαλεί συνέχεια τον Θεό νά τον συγχωρέσει. Σώζεται και αυτός. Ή μάνα πάλι μέ τον πόνο της συμμαζεύεται, σκέφτεται τον θάνατο και ετοιμάζεται γιά τήν άλλη ζωή, οπότε σώζεται και αυτή.
Βλέπετε πώς οικονομάει ό Θεός από τήν προσευχή τής μάνας νά σώζωνται ψυχές;
Ά ν όμως οι μητέρες δέν τό καταλαβαίνουν αυτό, τά βάζουν μέ τον Θεό! Τί τραβάει και ό Θεός μέ εμάς!
Οταν κανείς παύει νά αντιμετωπίζει τά πράγματα κοσμικά, βρίσκει ανάπαυση.
Γιατί, πώς είναι δυνατόν ό άνθρωπος νά παρηγορηθή αληθινά, άν δέν πιστέψη στον Θεό και στην αληθινή ζωή, τήν μετά θάνατον, τήν αιώνια; 



Τον καιρό πού ήμουν στο Μοναστήρι του Στομίου, ζούσε στην Κόνιτσα μιά χήρα γυναίκα, πού πήγαινε συνέχεια στο Κοιμητήρι και έσκουζε ώρες ολόκληρες.
Τους αναστάτωνε όλους μέ τις φωνές της. Χτυπιόταν, χτυπούσε τό κεφάλι της στην πλάκα του τάφου!
Ολο τον πόνο της τον έβγαζε εκεί. Πήγαιναν, τήν έπαιρναν από εκεί και αυτή ξαναγύριζε. Αυτό γινόταν για χρόνια.
Ό άνδρας της είχε σκοτωθεί από τους Γερμανούς και ή κόρη της, λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα, μόλις έγινε δεκαεννιά χρονών, πέθανε από καρδιά και είχε μείνει μόνη της ή φουκαριάρα.
"Αν τό δει κανείς αυτό εξωτερικά, θά πει:
«Γιατί νά τό επιτρέψη ό θεός;».
Και αυτή έτσι εξωτερικά τό αντιμετώπιζε και δεν μπορούσε νά παρηγορηθή.
Μιά φορά πού πήγα νά δω τί συμβαίνει, μου έλεγε: «Γιατί ό θεός τό έκανε αυτό; Ό άνδρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο.
Είχα μιά κόρη, μου τήν πήρε και αυτή...». Έλεγε-ελεγε, τα έβαζε με τον θεό.
Άφού τήν άφησα νά ξεσπάσει λίγο, τής είπα: «Νά σου πω κι εγώ κάτι. Τον άνδρα σου τόν ήξερα• ήταν πολύ καλός.
Σκοτώθηκε στον πόλεμο γιά τήν Πατρίδα, πάνω στο ιερό καθήκον. Ό θεός δεν θά τόν αφήσει. Μετά σου άφησε τήν κόρη σου γιά λίγα χρόνια κοντά σου, οπότε είχες μιά παρηγοριά.
Έπειτα όμως, επειδή ίσως θά ξέφευγε ή κοπέλα, τήν πήρε ό θεός σ' αυτήν τήν καλή κατάσταση πού βρισκόταν, γιά νά τήν σώσει».
Αυτή, ενώ ό άνδρας της ήταν πολύ ήσυχος, ήταν λίγο κοσμική. Δέν τής είπα φυσικά ότι «εσύ ήσουν κοσμική», άλλα τήν ρώτησα:
«Τώρα, εσύ, τί σκέφτεσαι; Αγαπάς τόν κόσμο;». «Δέν θέλω νά δώ τίποτε και κανέναν», μου λέει.
«Βλέπεις, τής λέω, τώρα καί γιά σένα ό κόσμος πέθανε. Ό πόνος σέ βοηθάει και δέν σέ ενδιαφέρει τίποτε τό κοσμικό.
"Ετσι μεθαύριο θά είστε όλοι μαζί στον Παράδεισο. Τέτοια τιμή ό θεός σέ ποιόν τήν έχει κάνει; Τό καταλαβαίνεις;».
Μετά άπό αυτήν τήν συζήτηση σταμάτησε νά πηγαίνη στο Κοιμητήρι. Μόλις βοηθήθηκε νά συλλαβή τό βαθύτερο νόημα τής ζωής, ησύχασε. 




- Γέροντα, άκουσα ότι, όταν κάποιος δολοφονείται, εξιλεώνεται, γιατί παίρνει τις αμαρτίες του ό δολοφόνος.
  Έχει ελαφρυντικά κατά κάποιον τρόπο. Μπορεί νά πει στον θεό:
«Έγώ θά μετανοούσα, άλλα αυτός με σκότωσε».
Έτσι θά πέσει τό βάρος στον δολοφόνο. Μερικοί πού δέν τους κόβει λένε:
«"Αν υπήρχε θεός, δέν θά άφηνε νά γίνωνται συνέχεια εγκλήματα• θά τιμωρούσε τους εγκληματίες».
Δέν καταλαβαίνουν ότι ό θεός αφήνει τους εγκληματίες νά ζήσουν, γιά νά είναι αναπολόγητοι τήν ήμερα τής Κρίσεως, πού δέν μετανόησαν, παρόλο πού τους έδωσε χρόνια, γιά νά μετανοήσουν, ενώ εκείνους πού σκοτώνονται θά τους τακτοποιήσει. 


(Στελλάς Κυριάκος)


Πηγή. http://pnevmatikokatafigio.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...