Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Αγάπη, ελευθερία και δουλεία στον απόστολο Παύλο


 Η ηθική του Παύλου συνοψίζεται σε μια λέξη: αγάπη. “Ο καρπός του πνεύματος” (δηλαδή του Αγίου Πνεύματος) “είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια. Εναντίον αυτών δεν υπάρχει νόμος” (Γαλάτας, 5, 22-23). – “Η αγάπη να είναι ανυπόκριτη, ν’ αποστρέφεστε το κακό και ν’ ακολουθείτε το καλό… ευλογείτε τους διώκτες σας, ευλογείτε και μην καταριέστε, χαίρεστε μ’ εκείνους που χαίρονται και κλαίτε μ’ εκείνους που κλαίνε… αν λοιπόν πεινά ο εχθρός σου, τάιζέ τον, έτσι μαζεύεις κάρβουνα στο κεφάλι του” (δηλαδή του βάζεις τύψεις και τον διορθώνεις –σημειωτέον ότι ο Παύλος τα λέει αυτά σε ανθρώπους που δεν τους γνωρίζει προσωπικά), “μη νικιέστε από το κακό, αλλά νικάτε το κακό με το καλό” (Ρωμαίους, 12, 9-21) – “Δεν οφείλετε σε κανέναν τίποτα, παρά μόνο να αγαπάτε ο ένας τον άλλο” (αγαπάτε αλλήλους). “Εκείνος που αγαπά, έχει τηρήσει όλες τις εντολές του Θεού. Και το ου μοιχεύσεις και το ου φονεύσεις, ου κλέψεις, ουκ επιθυμήσεις” (εννοείται “ό,τι ανήκει στο συνάνθρωπό σου”) “και όποια άλλη εντολή, όλες συνοψίζονται σ’ αυτό το λόγο, στο να αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη στον πλησίον δεν κάνει τίποτα κακό, επομένως είναι η εκπλήρωση όλου του νόμου” (Ρωμαίους, 13, 8-10) – “Σας παρακαλώ, εγώ ο δέσμιος εν Κυρίω” (ήταν φυλακή), “να ζείτε με ταπεινοφροσύνη και πραότητα και μακροθυμία, ανεχόμενοι ο ένας τον άλλο με αγάπη, φροντίζοντας να διατηρείτε την ενότητα που σας δίνει το Άγιο Πνεύμα με το σύνδεσμο της ειρήνης” (Εφεσίους, 4, 1-3) – κ.λ.π.
Κατά τον Παύλο λοιπόν όλος ο νόμος συνοψίζεται στην αγάπη (όπως και κατά τον Ιησού, βλ. Ματθ. 22, 35-40),τίποτα δεν οφείλουν οι χριστιανοί, παρά μόνο να αγαπούν ο ένας τον άλλον! Πόσο πιο ελεύθερος καιαντικομφορμιστής θα μπορούσε να είναι ένας μεγάλος διδάσκαλος της ανθρωπότητας;
Ο ύμνος της αγάπης στην Α΄ προς Κορινθίους, κεφ. 13 και 14, και η περίπτωση των ειδωλόθυτων, πάλι στην Α΄ Κορ., κεφ. 8 και 9, και στην προς Ρωμαίους, κεφ. 14 και 15, είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά. Στην πρώτη περίπτωση η αγάπη εξαίρεται ως το ανώτερο χάρισμα του Θεού προς εμάς, ανώτερο από την προφητεία, τη θαυματουργία και τα υπόλοιπα, ανώτερο –προσέξτε– ακόμα και από την πίστη (“τώρα μένουν η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη, αυτά τα τρία, και ανώτερο απ’ αυτά, η αγάπη”, Α΄ Κορ., 13, 13). Στη δεύτερη περίπτωση τίθεται το θέμα αν οι χριστιανοί πρέπει ή όχι να τρώνε μαζί με εθνικούς σε ιερά δείπνα, όπου οι εθνικοί τρώνε κρέας θυσιασμένο στα είδωλα («ειδωλόθυτα»). Ο Παύλος πιστεύει ότι δεν πειράζει (αφού οι θεοί των ειδώλων είναι ανύπαρκτοι, άρα το κρέας δεν έχει μιανθεί), υπήρχαν όμως μερικοί που πίστευαν ότι δεν επιτρέπεται. Είχαν λοιπόν προκληθεί σκάνδαλα και διαμάχες σε χριστιανικές κοινότητες, όπως της Ρώμης (που ο Παύλος γράφει ότι δεν την είχε επισκεφτεί ακόμα όταν τους στέλνει την επιστολή) και της Κορίνθου. Η προτροπή του απευθύνεται προς εκείνους, με τους οποίους συμφωνεί, και δε διατυπώνεται με αυστηρότητα αλλά με σύνεση και αγάπη. Τους λέει: “Σωστό η λάθος είναι ό,τι ευχαριστεί η, αντίθετα, στενοχωρεί τον αδελφό μου. Αν ο αδελφός μου σκανδαλίζεται απ’ αυτό που κάνω, δε θα το κάνω, έστω κι αν πιστεύω ότι έχω το δικαίωμα. Προσέχετε λοιπόν, μην κατακρίνετε ο ένας τον άλλο, αλλά νοιαστείτε να μη σκανδαλίζεστε και να μην πικραίνεστε μεταξύ σας. Οι δυνατοί να μην περιφρονείτε εκείνους που δε μπορούν να εμβαθύνουν στη θεολογία όπως εσείς, αλλά να τους στηρίζετε και να μην κάνετε ό,τι σας αρέσει”.
Στη Β΄ προς Κορινθίους, κεφ. 1 και 2,  τονίζει ότι δε θέλει να επιβάλει το κύρος του σε ζητήματα πίστης, στα οποία οι Κορίνθιοι ήταν εντάξει, αλλά να τους δώσει χαρά και να πάρει χαρά απ’ αυτούς, λόγω της αμοιβαίας αγάπης τους. “Γι’ αυτό”, γράφει, “δεν ήρθα να σας δω, για να μη σας στενοχωρήσω” (υπήρχαν διχόνοιες και προβλήματα εκεί), “γιατί, αν στενοχωρήσω εκείνους που μου δίνουν χαρά, από ποιους θα χαρώ;” Και πιο κάτω, κεφ. 2, 5-11: “Αν κάποιος σας προκάλεσε λύπη” (εννοεί κάποιον που προξένησε σοβαρό πρόβλημα, μάλλον συκοφαντώντας τον ίδιο τον Παύλο, γιατί τονίζει ότι αυτός τον συχώρεσε, αλλά εμείς σήμερα δεν ξέρουμε ποιος ήταν), “καλύτερα να τον συχωρέσετε, και μάλιστα να τον παρηγορήσετε, για να μην καταρρεύσει από την επίκριση που έχει ήδη δεχτεί. Αν το κάνετε αυτό”, γράφει για να τους πείσει, “θα δοκιμάσω αν με ακούτε… Έτσι δεν θα βγει κερδισμένος από μας ο διάβολος”.
Διευκρινίζω ότι μεταφέρω συνοπτικά τα λόγια του κειμένου, όχι επακριβώς, αλλιώς θα χρειαζόμασταν τόμους. Αν επιθυμείτε να δείτε το ακριβές κείμενο, μπορείτε να ανατρέξετε στην Καινή Διαθήκη…
Επιτρέψτε μου να μην παραθέσω άλλα παραδείγματα, αν και υπάρχουν άφθονα. Ο Παύλος θεμελιώνει το κήρυγμά του στην αγάπη –και θεμελιώνει επίσης με το κήρυγμά του την αγάπη, όταν δεν είχαν γραφτεί ακόμα όλα τα ευαγγέλια ούτε τα ήδη γραμμένα είχαν κυκλοφορήσει σ’ όλο τον κόσμο. Το χριστιανικό μήνυμα της αγάπης ταξίδευε προφορικά, μέσα από τα κηρύγματα των αποστόλων (δεν εννοώ μόνο τους 12, αλλά όλους εκείνους που ανήκαν στην “τάξη των αποστόλων”, που, κατά την πεντηκοστή, ήταν γύρω στους 120, άντρες και γυναίκες, όπως λένε οι Πράξεις). Θεωρεί το σώμα του ανθρώπου ναό του Αγίου Πνεύματος και τονίζει ότι, στην ανάσταση των νεκρών, οι άνθρωποι θ’ αναστηθούν με το σώμα τους, άφθαρτο βέβαια και αθάνατο λόγω της σχέσης αγάπης με το Θεό, κι όχι μόνον ως πνεύματα (βλ. Α΄ Κορ., κεφ. 3, 16-17× 6, 19×  15, 35-58).

Ελευθερία και δουλεία
Μετά την αγάπη, η επόμενη βασική έννοια στην ηθική σκέψη του Παύλου (δε λέω “ηθικό σύστημα”, γιατί δεν είχε τέτοιο, απλώς στοχαζόταν κάθε φορά πάνω στα ζητήματα που προέκυπταν) είναι η ελευθερία. Ελευθερία όμως, για τον Παύλο, είναι η ελευθερία από την αμαρτία και τη συνέπειά της, το θάνατο, πνευματικό και σωματικό. Είναι η ηθική ωριμότητα να επιλέγεις το καλό, δηλαδή να μην υποδουλώνεσαι στα πάθη και τις μικρότητές σου (τις εξαρτήσεις σου, σωματικές, ψυχικές και ηθικές) αλλά να αναγνωρίζεις την αξία του αδελφού σου, δηλαδή κάθε συνανθρώπου σου, και να μπορείς ακόμα και να παραιτείσαι από τα δικαιώματά σου για χάρη του (“κανείς ας μη ζητάει το δικό του, αλλά ο καθένας του άλλου”, Α΄ Κορ. 10, 24, “όλα μου επιτρέπονται, αλλά τίποτα δε θα με εξουσιάσει”, Α΄ Κορ. 6, 12 –θυμάστε και τις προτροπές του για τα ειδωλόθυτα). Δουλεία για τον Παύλο είναι να παραμένεις κακός, μικρόψυχος, ανώριμος ηθικά και πνευματικά, με δυο λόγια μακριά απ’ το Θεό, ενώ ελευθερία είναι να πλησιάζεις το Θεό μέσω της αγάπης και της υπέρβασης του συμφέροντός σου (βλ. Ρωμαίους 6, 16-23, Γαλάτας 4, 1-7 κ.α.).
Δουλεία θεωρεί και τους νόμους, ακόμα και τους θρησκευτικούς (βλ. τη θεολογία περί νόμου στην προς Ρωμαίους, Γαλάτας κ.α.), ενώ ελευθερία το να επιλέγεις υπεύθυνα και ώριμα την καλοσύνη, χωρίς να χρειάζεσαι εντολές και απαγορεύσεις. Αυτή την ελευθερία, γράφει, την έχουν κατορθώσει και “τα έθνη” (οι μη χριστιανοί), όταν, χωρίς να ξέρουν το θέλημα του Θεού, εφαρμόζουν την αγάπη από μόνοι τους, λόγω του πανανθρώπινου νόμου της συνείδησης που έχει εγκαταστήσει ο Θεός μέσα τους από καταβολής κόσμου (Ρωμ. 2, 13-15). Έτσι ο Παύλος θεμελιώνει και τηνισοτιμία των ανθρώπων ανεξάρτητα από τη θρησκεία, στην οποία ανήκουν.
Θέμα δουλείας ανθρώπου σε άνθρωπο δεν τίθεται καθόλου για τον Παύλο. Θεωρεί αυτονόητο ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι! “Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Έλληνας” (εθνικός) “ούτε δούλος και ελεύθερος ούτε αρσενικό και θηλυκό, όλοι είστε ένας εν Χριστώ Ιησού” (Γαλάτας 3, 28). Νομίζω πως είναι ο πρώτος αρχαίος συγγραφέας που θεωρεί αυτονόητα ελεύθερους τους δούλους (ούτε στον Πλάτωνα ή τον Αριστοτέλη ή τους άλλους μεγάλους φιλοσόφους συμβαίνει αυτό). Ίσως πριν απ’ αυτόν να υπήρξε κανένας σοφιστής που το έγραψε… Γεγονός είναι πάντως ότι, στο νου του, οι δούλοι είναι απόλυτα ισότιμοι με τους ελεύθερους και με τους ίδιους τους κυρίους τους, και αυτό είναι που καθορίζει και τις μεταξύ τους σχέσεις. Μιλώντας ο Παύλος για την αγάπη, για τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες σχέσεις, για τη θεία Μετάληψη, το θάνατο και την ανάσταση, τη χάρη του Θεού, την ελευθερία και την ειρήνη, δεν ξεχωρίζει ελεύθερους και δούλους. Ομοίως, δούλοι και ελεύθεροι, όπως και πλούσιοι και φτωχοί, συμμετείχαν ισότιμα στη θεία Μετάληψη, αλλά και στα κοινά δείπνα, τις γνωστές “αγάπες”.
....................................


Απόσπασμα (με προσθήκες) από το βιβλίο του Θεόδωρου Ρηγινιώτη «Εναντίον του Θεού», εκδ. Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...