Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: έθιμα για το ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ κάλαντα...


ΑΦΙΕΡΩΜΑ: έθιμα για το ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ κάλαντα- Λαζαρίνες- λαζαράκια

Το Σάββατο του Λαζάρου είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεωρείται η «πρώτη γεύση» της Μεγάλης Εβδομάδας. Μέρα νίκης της ζωής επί του θανάτου.

Μέρα χαράς που προοικονομεί τη χαρμολύπη της Μεγάλης Εβδομάδας και της Ανάστασης που ακολουθεί. Η ανάσταση του Λαζάρου είναι μια γιορτή ιδιαίτερα προσφιλής στον ελληνικό λαό. Από τη μια άκρη της Ελλάδας ως την άλλη πολλά έθιμα τιμούσαν την λαμπρή αυτή μέρα.Ωστόσο με τα χρόνια οι εκδηλώσεις λησμονήθηκαν, με πολύ λίγες περιοχές της χώρας να της διατηρούν ακόμη ζωντανές.

Πιο διαδεδομένο έθιμο για το Σάββατο του Λαζάρου είναι τα «κάλαντα του Λαζάρου». Τα κάλαντα ήταν αποκλειστικά σχεδόν γυναικεία υπόθεση με τις μικρές «Λαζαρίνες» να τραγουδούν και να αναγέλλουν τη χαρμόσυνη εορτή.Την παραμονή της γιορτής, οι Λαζαρίνες ξεχύνονταν στα χωράφια και μάζευαν λουλούδια με τα οποία στόλιζαν μικρά καλαθάκια. Φορώντας ειδικές στολές, γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το Λάζαρο και εισέπρατταν μικρό φιλοδώρημα, χρήματα, αυγά, φρούτα ή άλλα φαγώσιμα.Τα έθιμα του Λαζάρου ιδίως κατά την Τουρκοκρατία είχαν κοινωνική σκοπιμότητα αφού έτσι οι κοπέλες μπορούσαν να βρεθούν εκτός σπιτιού και να γνωρίσουν αγόρια προκειμένου να ακολουθήσουν αρραβωνιάσματα και γάμοι.
 
Για περισσότερα στο: αντέχουμε
 

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Το πρώτο μου Πάσχα...Γρηγόριος Ξενόπουλος

   


Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…
Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.
Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.
Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!
Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.
Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!

Σας ασπάζομαι
ΦAIΔΩN

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)
πηγή http://www.snhell.gr/kids/content.asp?id=215&cat_id=9

Πασχαλινά Έθιμα της Λήμνου


Βαγιοβδομάδα
Σάββατο του Λαζάρου: O Λάζαρος μετά την Ανάσταση του δεν γέλασε ποτέ ξανά στη ζωή του.
Μια φορά χαμογέλασε και αυτό ήταν όταν είδε έναν άνθρωπο να κλέβει ένα κεραμικό. Τότε είπε: «Το χώμα κλέβει το χώμα.»
Η ημέρα της γιορτής είναι πολύ σημαντική και o Άγιος Λάζαρος πολύ θαυματουργός.
Στη Λήμνο συνήθιζαν «την Παρασκευή θα κόψουν τα σύκα κομμάτια μικρά και το Σάββατο θα ζυμώσνε με τη μαγιά. Θα κόψουν ένα κομμάτι ίσαμε μισή οκά, θα διπλώσουν μέσα σύκα και θα κάνουν τρίγωνο. Θα το ζώσουν με κομμάτ’ ζμαρούδ’ όπως γίνεται η φασκιά και τα λεν Λαζάρ’. Δίνουν στις φτωχές και για σχώριο». ( Γ.Μέγας,1945)[1]
Αυτά τα νηστήσιμα τριγωνάκια με τη γέμιση σύκου τα μοίραζαν για να συγχωρήσουν τις ψυχές των προσφιλών τους κεκοιμημένων.
Έφτιαχναν επίσης και τα λαζαρούδια.
Ζυμωτά ανθρωπάκια με μάτια φτιαγμένα από σταφύδες ή από γαρύφαλλα. Τα λαζαρούδια είχαν σταυρωμένα τα χέρια τους και προμήνυαν τη σταύρωση του Ιησού που θα ακολουθούσε.
Κυριακή των Βαίων
« Βάγια ,βάγια, τω Βαγιώ τρώνε ψάρ’ κι κολιό
Και τ’ν άλλη Κυριακή τρών το κόκκινο τ’ αυγό».
Την Κυριακή των Βαΐων συνήθιζαν να εκκλησιάζονται το πρωί στην εκκλησιά, να παίρνουν βάγια από το παπά, να χτυπούν χαϊδευτικά με τα βάγια ο ένας τον άλλο για το καλό και να επιστρέφουν με τα βάγια στο σπιτικό τους.
Τα βάγια τα έβαζαν στο εικονοστάσι για να συντροφεύουν τους Αγίους. Την ημέρα αυτή συνήθιζαν να καταλύουν ψάρι για να ενδυναμώσουν εν όψη της Μεγάλης Εβδομάδας.
Το βράδυ πήγαιναν στην ακολουθία του Νυμφίου.
Μεγάλη Εβδομάδα ή Λαμπριγιά
Μεγάλη Δευτέρα ή Μεγαλοδευτέρα:Καθάριζαν και συγύριζαν τα σπίτια. Έστρωναν τα γιορτινά τραπεζομάντιλα κι άσπριζαν τις αυλές.
« Τη Λαμπριγιά επειδή ο Χριστός είναι σταυρωμένος,θα ξεκάμουν το λάκκο (τ’αργαλειά), τον ξεβιδώνουν» (Γ.Μέγας ,1945)
Μεγάλη Τετάρτη: Κατά τις τέσσερις το απόγευμα πήγαιναν όλοι νέοι, γέροι παιδιά στο Μεγάλο Ευχέλαιο και έδιναν και τα ονόματα τους να τα διαβάσει ο ιερέας υπέρ υγείας των μελών της οικογένειας.
Στο τέλος μετά την ανάγνωση των επτά ευαγγελίων ο ιερέας τους σταύρωνε στο πρόσωπο και τα χέρια με το αγιασμένο έλαιο.
Συνήθιζαν να πηγαίνουν στην εκκλησία ένα μπουκάλι λάδι και ένα πιάτο με αλεύρι το οποίο φεύγοντας το έπαιρναν μαζί τους και με αυτό έφτιαχναν συνήθως ένα γλυκό για να το φάνε τα μέλη της οικογένειας και να είναι γεροί κι ευλογημένοι ή με το ευλογημένο αλεύρι ανανέωναν το προζύμι τους.
Μεγάλη Πέμπτη: Πήγαιναν το πρωί στην εκκλησία και κοινωνούσαν. Είχε προηγηθεί τριήμερη νηστεία.
Αυτές τις ημέρες έτρωγαν μόνο κρασοβρόχι, δηλαδή ψωμί βουτηγμένο στο κρασί.
Το ύψωμα που τους έδινε ο ιερέας το φύλαγαν όλο το χρόνο.
Όταν έφτιαχναν φυλαχτά για τα παιδιά έβαζαν μέσα κι ένα ψίχουλο από το ύψωμα της Μεγάλης Πέμπτης.
Όταν επέστρεφαν στο σπίτι έβαφαν τα κόκκινα αυγά. Μάζευαν διάφορα αγριολούλουδα και τα φυλλαράκια από τα λουλούδια τα έδεναν με κομμάτι τούλι και τα έβαφαν βράζοντας τα.
Όταν τα αυγά ήταν έτοιμα έλυναν το τούλι και πάνω στα κόκκινα αυγά εμφανίζονταν άσπρα τα σχήματα των λουλουδιών..
Τα αυγά τα γυάλιζαν για να είναι πιο φωτεινά με ένα πανί βουτηγμένο στο λάδι. Το πρώτο αυγό που έβαφαν ήταν της Παναγίας και το έβαζαν στο εικονοστάσι.
« Ενα κόκκινο αυγό βάζουν στο εικονοστάσι. Άμα είναι τριώ χρονώ αυγό στο εικονοστάσ’, γίνεται κρατ’τήρα, δηλ. μια πέτρα που άμα τη βάλης απάν’ σε έγκυα γυναίκα, είτε ζώο έγκυο, έχουν την ιδέα ότι κρατεί,(δεν αποβάλλει).Τα κορίτσια βάζουν στ’ αυγά και φτερά από χαρτί χρωματιστό, βάζουν ουρά, μύτη με ζ’μάρ’ σαν πουλί και τα κρεμνούν απ’ τη σκεπή. Σαν μπλούδια ήταν, για να πετάξ’ν»(Γ.Μέγας,1945)
Συνήθιζαν την Μεγάλη Πέμπτη να «τοποθετούν λίγο χρώμα (ενν.βαφή) από το κόκκινο των αβγών στο καντήλι για το καλό. Αυτό το κρατούν 40 ημέρες».
Την Μεγάλη Πέμπτη εκτός από το βάψιμο των αυγών ζύμωναν και έπλαθαν τα κουλούρια και τις κουλούρες σε διάφορα σχήματα.
Συνηθισμένη μορφή το πλέξιμο του ζυμαριού σε κοτσίδα .Έπειτα περίμεναν τη σειρά τους για να πάνε στο φούρνο να τα ψήσουν.
Μια κουλούρα με ένα κόκκινο αυγό την έφτιαχναν για το σπίτι, για το καλό και τη στόλιζαν.
Την ξεστόλιζαν την πρωτομαγιά αφού είχαν στολίσει την εξώπορτα με το μαγιάτικο στεφάνι.
Την εσπέρα πήγαιναν στο ναό για να ακούσουν τα 12 ευαγγέλια. Κρατούσαν και μια κλωστή και στο τέλος κάθε ευαγγελίου έκαναν μια ευχή και έδεναν κι ένα κόμπο. Λέγεται πως αυτές οι ευχές πραγματοποιούνταν μέσα στο έτος.
«Στο τρισκέλι ,που ακουμπάει ο παπάς το Βαγγέλιο, δένανε ένα σπάγγο κ’ εκεί κρεμνούσαν τα τσεμπέρια των παιδιών, για να έχουν τη φύλαξη. Στα δώδεκα Βαγγέλια φέρνουν μπουκάλια γεμάτα νερό ,τα βάζουν στο Βαγγέλιο ποκάτ’ κι άμα τελειώσουν, τα παίρν’ ο παπάς μέσα στο ιερό, ποκάτ’ απ’ την Άγια Τράπεζα, και τα παίρνουν μόνε τη Λαμπρή, στην Αγάπ’. Άμα είναι κανείς άρρωστος, θα πλυθή μ’ αυτό το νερό και τον σαραντίζουν, δηλ τον ραντίζουν 40 φορές μ’ σαν κλωνί βασιλικό. Και ζώο άμα έχ’ άρρωστο, κι αυτό το σαραντίζ’»(Γ.Μέγας,1945)
Το βράδυ μετά το τέλος της λειτουργίας των 12 ευαγγελίων παρέμεναν στο ναό και με αγριολούλουδα έφτιαχναν τον επιτάφιο και ξενυχτούσαν στην εκκλησιά για να συντροφεύσουν και να φυλάξουν τον Κύριο.
Μεγάλη Παρασκευή
«Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερα κόσμος θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κ’ οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα,….»
Οι άνδρες είχαν πάει νωρίς το πρωί στη μάντρα και είχαν διαλέξει το αρνί που θα έσφαζαν για το γεύμα του Πάσχα.
Το έσφαζαν και το κρεμούσαν να στραγγίσει. Νηστεία. Τη Μεγάλη Παρασκευή συνήθιζαν να μην στρώνουν τραπέζι.
Έπιναν λίγο ξύδι για να συμπαρασταθούν στα πάθη του Ιησού. Στις 11 το πρωί πήγαιναν στο ναό για την αποκαθήλωση.
Την εσπέρα πήγαιναν στην περιφορά του Επιταφίου. Ξέκλεβαν και έπαιρναν στο τέλος της περιφοράς λουλούδια από τον επιτάφιο.
Τα λουλούδια από τον επιτάφιο( χριστολούλουδα ή σταυρολούλουδα) τα ξέραιναν και τα χρησιμοποιούσαν κάθε φορά που λιβάνιζαν για να ευλογήσουν το σπιτικό τους.
Ενώ το κερί που ήταν στο σταυρό το φύλαγαν και όταν μπουμπούνιζε και άστραφτε το άναβαν για να σταματήσουν οι αστραπές.
Μεγάλο Σάββατο
Πήγαιναν το πρωί στην πρώτη Ανάσταση.
Όταν έβγαινε ο ιερέας εκφωνώντας το « Ανάστα ο Κύριος» έριχνε δαφνόφυλλα και άνθη οι πιστοί μάζευαν τα άνθη και τα δαφνόφυλλα και τα έπαιρναν στο σπίτι τους για ευλογία.
Το Μέγα Σάββατο επισκεπτόταν τα μνήματα και άναβαν τα κανδήλια και τα θυμιάτιζαν.
Το βράδυ συνήθως ήταν εσπέρα τα παλαιότερα χρόνια πήγαιναν στη εκκλησία για να ακούσουν το «Δεύτε λάβετε φως» και το «Χριστός Ανέστη».
Στο άκουσμα του Χριστός Ανέστη ακολουθούσαν κωδωνοκρουσίες και αυτοσχέδια πυροτεχνήματα.
Οι πιστοί χαιρετούσαν και φιλούσε ο ένας στον άλλο λέγοντας «Χριστός Ανέστη» και «Αληθώς Ανέστη».
Η μέρα της Αναστάσεως ήταν η κατάλληλη για να συμφιλιωθούν όσοι ήταν μαλωμένοι και δεν μιλιόντουσαν.
Όταν επέστρεφαν στο σπιτικό τους σταύρωναν τη πόρτα με το κερί της Αναστάσεως.
Άναβαν το καντήλι με το αναστάσιμο φως και πρόσεχαν να το κρατήσουν αναμμένο 40 ημέρες.
Το κερί της Αναστάσεως το φυλάγανε στα εικονίσματα και κάθε φορά που κάποιος ήταν άρρωστος το άναβαν για να γιάνει.
Κυριακή του Πάσχα ή Λαμπρή
Από νωρίς πήγαιναν στο φούρνο για να ετοιμάσουν το φούρνο και να βάλουν τα ταψιά με τα αρνιά.
Συνήθιζαν το αρνί να το ψήνουν στο φούρνο έχοντας το τοποθετήσει πάνω σε κληματόβεργες και το έκαναν γεμιστό με σταφίδες, ρύζι, μάραθο, φρέσκα κρεμμυδάκια, αλατοπίπερο ,λάδι και άλλα μυρωδικά.
Στο Κάσπακα συνήθιζαν να βάζουν στο αρνί και τυρί από πάνω για αυτό και ονομάζεται κασπακ’νό αρνί. Προσπαθούσαν να διαβάσουν τα μελλούμενα για την οικογένεια τους στην ωμοπλάτη του αρνιού.
Το Πάσχα το γιόρταζε όλη η οικογένεια μαζί με χορούς και τραγούδια. Το απόγευμα τα μικρά παιδιά τα πήγαιναν στη εκκλησία για τη γιορτή της Αγάπης.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη
.

[1] Γ. Μέγας, Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας ,Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, τόμος Ε, 1945-1949. Αθήνα 1950 
 

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Λαζάρ’ ή Λαζαρούδια

 

Τα παλαιότερα χρόνια στη Λήμνο, την παραμονή της Αναστάσεως του Λαζάρου, οι Λημνιές τιμούσαν ιδιαίτερα το Λάζαρο. Για χάρη του ζύμωναν[1],έπλαθαν και στη συνέχεια έψηναν τα « λαζάρ’ ή λαζαρούδια».
Τα «λαζαρούδια» ήταν ζυμωτά ανθρωπάκια, που είχαν σταυρωμένα με σπάργανα τα χέρια. Τα σταυρωμένα χέρια προμήνυαν τη σταύρωση του Ιησού.
Έφτιαχναν με ζυμάρι ένα τρίγωνο, το οποίο στη συνέχεια γέμιζαν με κομματάκια από ξερά σύκα, σταφίδες, αμύγδαλα μέλι ή ότι άλλο ξηρό καρπό διέθεταν.
Το δίπλωναν και σχημάτιζαν ένα ζυμαρένιο ανθρωπάκι. Στη θέση των ματιών οι νοικοκυρές έβαζαν σταφίδες ή γαρύφαλλα(μοσχοκάρφια).
Αναφέρει χαρακτηριστικά ο λαογράφος Γ.Μέγας: «στη Λήμνο την Παρασκευή θα κόψουν τα σύκα κομμάτια μικρά και το Σάββατο θα ζυμώσνε με τη μαγιά. Θα κόψουν ένα κομμάτι ίσαμε μισή οκά, θα διπλώσουν μέσα σύκα και θα κάνουν τρίγωνο. Θα το ζώσουν με κομμάτ’ ζμαρούδ’ όπως γίνεται η φασκιά και τα λεν Λαζάρ’. Δίνουν στις φτωχές και για σχώριο». ( Γ.Μέγας,1945)
Με αυτά φίλευαν για το καλό τα παιδιά ή τα έδιναν σε φτωχές οικογένειες για συγχώρεση των ψυχών.
Τα αποκαλούσαν «λαζάρ’» δηλαδή «λάζαροι» ή «λαζαρούδια».
Τα παιδιά αγαπούσαν ιδιαίτερα τον Άγιο Λάζαρο κι από μικρά μάθαιναν να τραγουδούν την Ανάσταση του και τα όσα ο Άγιος Λάζαρος αντίκρισε στον Άδη.
«-Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.
-Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
-Δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,
της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω…»
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Λάζαρο δεν πλάσεις, ψωμί δεν θα χορτάσεις

πηγή http://kokkinovraxos.blogspot.gr/

Εθιμα για τα κάλαντα του Λαζάρου

Το Σάββατο του Λαζάρου είναι αφιερωμένο στη νεκρανάσταση του Λαζάρου, το θαύμα που έκανε ο Χριστός πριν αναστηθεί ο ίδιος εκ νεκρών.
Ο λαός μας, βαθιά συγκινημένος από την ημέρα αυτή, έχει συνθέσει κάλαντα και άλλα στιχουργήματα. Τα κάλαντα του Λαζάρου ήταν αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση και τα τραγουδούσαν οι λεγόμενες ‟Λαζαρίνες”, δηλαδή κοπέλες διαφόρων ηλικιών, οι οποίες μάζευαν λουλούδια από τους αγρούς και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας, με αντάλλαγμα κάποιο κέρασμα ή φιλοδώρημα.

Στην Κω, κάποιο παιδί από την παρέα, που γύριζε από σπίτι σε σπίτι, αναπαριστούσε το Λάζαρο τυλιγμένο σε ένα σεντόνι στολισμένο με κίτρινα λουλούδια.

Στη Νίσυρο, το Σάββατο του Λαζάρου οι μαθητές του σχολείου πρωί πρωί φτάνουν στο σχολείο κρατώντας φοινικόκλαδα πλεγμένα με διάφορα σχέδια (καλαθάκια, φαναράκια, γιρλάντες, σταυρούς κ.ά.) και στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια. Ο δάσκαλος δίνει σε ένα μεγάλο μαθητή την "καλαντήρα", σε έναν άλλο ένα καλάθι και σε έναν άλλο ένα δίσκο. Η "καλαντήρα" είναι ένα όργανο-παιχνίδι που συμβολίζει τον τάφο του Λαζάρου. Μπροστά έχει ένα ομοίωμα του Λαζάρου και στην κορυφή ένα χελιδόνι που περιστρέφεται αναγγέλλοντας έτσι την άνοιξη. Οι μαθητές ξεκινούν τραγουδώντας τα κάλαντα του Λαζάρου, περνούν απ' όλα τα σοκάκια του χωριού και χτυπώντας πόρτα πόρτα μαζεύουν χρήματα και αυγά.

Στον Πόντο, το Σάββατο του Λαζάρου έφτιαχναν κουλούρια που τα έλαγαν "κερκέλε" και τα έδιναν στα παιδιά την Κυριακή των Βαΐων, όταν έψελναν.

Σε πολλά μέρη ακολουθούσε η περιφορά του ομοιώματος του Λαζάρου ή των προσφερόμενων αρτοπλαστικών σχημάτων του, τα "Λαζαρούδια" ή "Λαζαρόνια" ή "Λαζαράκια". Αυτά ήταν μικρά ομοιώματα του Λαζάρου πλασμένα με ζυμάρι και τα έβαζαν οι νοικοκυρές στα σπίτια τους.

Σε άλλα μέρη όπως Κυκλάδες, Κρήτη, Ιόνια Νησιά, Ήπειρος, συνηθίζεται η περιφορά ομοιωμάτων (συνήθως σταυρός με μαντίλα και εικονισματάκι ή και άνθινων επιταφίων του Λαζάρου), που κρύβει τους συμβολισμούς της άνοιξης.

Τα παιδιά γύριζαν στα σπίτια τραγουδώντας τα "λαζαρικά", για να διηγηθούν την ιστορία του αγαπημένου φίλου του Χριστού και να πουν παινέματα στους νοικοκυραίους.






Πες μας, Λάζαρε, τι είδες
εις τον Άδη που επήγες;



Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι.

Της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.

Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε
με υγεία να σας βρούμε
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,
να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει.

Μια παραλλαγή που τραγουδιέται στα Μάρμαρα των Ιωαννίνων:

Την ημέρα την Τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να 'ρθει
απ' την πόλη Βιθυνία
κλαίει η Μάρθα κι η Μαρία
για το Λάζαρο τον αδελφό της
και το φίλο καρδιακό της.

Ο Λάζαρος επέθανε
εδώ και τρεις ημέρες.

Για δείξτε μου τον τάφο του,
για δείξτε μου το μνήμα.

Λάζαρε, Λάζαρε, έβγα έξω.

Πες μας, Λάζαρε, τι είδες
εις τον Άδη που επήγες;

Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,
δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι.

Άλλο ένα "λαζαρικό" που τραγουδιέται στη Στερεά Ελλάδα στο ρυθμό του "Κάτω στο γυαλό, κάτω στο περιγιάλι":

Πού 'σαι, Λάζαρε,
πού είναι η φωνή σου
που σε γύρευε
η μάνα κι η αδερφή σου;

Ήμουνα στη γη
βαθιά χωμένος
κι απ' τους εχθρούς,
εχθρούς βαλαντωμένος.

Βάγια, βάγια των βαγιών
τρώνε ψάρια τον κολιόν
και την άλλη Κυριακή
ψήνουν το παχύ αρνί.
 

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Έθιμα της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως στη Λήμνο


Η Γ΄ Κυριακή των Νηστειών αποκαλείται Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως αλλά και Μεσοσαράκοστο, γιατί βρισκόμαστε στο μέσο της Μεγάλης και Αγίας Σαρακοστής.
Την ημέρα αυτή προβάλλεται[1], τιμάται και προσκυνείται ο Σταυρός του Κυρίου προς ενίσχυση των πιστών και ψάλλεται :
«Σώσον Κύριε τον λαόν σου, και ευλόγησον την κληρονομίαν σου, νίκας τοις βασιλεύσι, κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού σου πολίτευμα».
Ο ιερέας μοιράζει κλαδάκια δενδρολίβανου στους πιστούς για ευλογία.
Στη Λήμνο, τα παλαιότερα χρόνια, χρησιμοποιούσαν τα σταυρολούλουδα,[2] για να λιβανίζουν τα σπίτια και τα ξωκλήσια του νησιού.
Μετά τη θεία λειτουργία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως, τοποθετούσαν τα κλαδάκια δενδρολίβανου στο εικονοστάσι του σπιτιού και κάθε φορά που ήθελαν να λιβανίζουν, έκαιγαν λίγα φυλλαράκια δενδρολίβανου.
Θεωρούσαν, ότι τα κλαδάκια δενδρολίβανου που τους είχε προσφέρει ο ιερέας, είχαν θεραπευτικές ιδιότητες. Για αυτό το λόγο, όταν κάποιος τύχαινε να αρρωστήσει, βουτούσαν ένα κλαδάκι σταυρολούλουδα μέσα σε αγιασμό και με αυτό ράντιζαν τον ασθενή.
Οι κεχαγιάδες της Λήμνου ράντιζαν με τα σταυρολούλουδα που είχαν βουτήξει σε αγιασμό,τα ζώα τους για να είναι γερά.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη


[1] Στην αγρυπνία αυτής της ημέρας ο Σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα για να τον προσκυνήσουν οι πιστοί. Σύμφωνα με το συναξαριστή, επειδή κατά τη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ημερών ο πιστός ταλαιπωρείται ,υψώνεται ο Σταυρός για να στηρίξει τον πιστό και για να του θυμίσει τα θεία πάθη αλλά και να τον παρηγορήσει με την προσμονή της Ανάστασης. Στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
[2] Σταυρολούλουδα αποκαλούσαν τα λουλούδια που τους είχε δώσει ο ιερέας στη θεία λειτουργία της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως και κυρίως ήταν κλαδάκια δενδρολίβανου κι άνθη.
 

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

ΠΕΡΑΣΑΝ ΟΙ ΑΠΟΚΡΙΕΣ & ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΓΙΑ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ.


.

Τα παραδοσιακά τραγούδια που ακούγονται είναι από το cd «ΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΑ» της Δόμνας Σαμίου.

Περάσαν οι Αποκριές-Μέγαρα Αττικής

Πeράσαν οι Aποκριές, πάνε κι οι Tυρινάδες
μας ήρθε η, αμάν, αμάν, μας ήρθε η Σαρακοστή,
μας ήρθε η Σαρακοστή με τις εφτά βδομάδες.
Έλα μ’ εδώ, δεν έρχομαι
είμαι μικρό και ντρέπομαι.
Kαλώς τη τη Σαρακοστή με σκόρδα με μαρούλια,
καλώς τη και την Άνοιξη με τα πολλά λελούδια.
Σένα τα λέω κι άκου τα,
πάρε χαρτί και γράφε τα.
Oι Aποκριές περάσανε, τι άλλο καρτερούμε,
περικαλέστε το Θεό καλή Λαμπρή να δούμε.
Έλα να πάμ’ εκεί που λες,
που κάνουν τα πουλιά φωλιές.
Έλα μ’ εδώ μικρούλα μου
να γιάνεις την καρδούλα μου.
 
Τώρα ν άγια Σαρακοστή Μικρά Ασία.
 
Tώρα ’ν’ αγιά Σαρακοστή, τώρα ’ν’ άγιες ημέρες,
που λειτουργούν οι εκκλησιές και ψέλνουν οι παπάδες
και λένε τ’ άγιος ο Θεός και τ’ άγιο Eυαγγέλιο.
Όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τ’ ακούει αγιάζει
κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει.
 
 

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Έθιμα της Αποκριάς στη Λήμνο

 

Τριώδιο αποκαλείται η περίοδος του έτους προ του εορτασμού της Αναστάσεως. Η κινητή[1] περίοδος του Τριωδίου αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη & Φαρισαίου και τελειώνει το Μέγα Σάββατο.
Ονομάστηκε Τριώδιο από το λειτουργικό εκκλησιαστικό βιβλίο που χρησιμοποιείται τις ημέρες αυτές.
Η περίοδος του Τριωδίου περιλαμβάνει δέκα Κυριακές.
Οι τρεις πρώτες Κυριακές αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Σαρακοστής.
Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, Κυριακή του Ασώτου και Κυριακή της Απόκρεω.
Οι περίοδος των Αποκριών ήταν περίοδος ευθυμίας και διασκέδασης. Πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή[2] οι Λημνιοί ήθελαν να διασκεδάσουν και να προετοιμαστούν για την μεγάλη νηστεία που θα ακολουθούσε.
Τα παλαιότερα χρόνια στο νησί αποκαλούσαν την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, «Προφωνή»[3]. Επειδή ένας ντελάλης συνήθιζε να ενημερώνει τους κατοίκους ότι εισέρχονταν στην περίοδο της Αποκριάς.
Τη δεύτερη βδομάδα, οι Λήμνιοι την αποκαλούσαν «Ολόκριγια ή Κρεατινή» επειδή δεν νήστευαν από κρέας (κρίγια) Τετάρτη και Παρασκευή[4].
Την τρίτη εβδομάδα την αποκαλούσαν «Τυρινή». Την Τυρινή κατανάλωναν κυρίως τυροκομικά προϊόντα για να ενδυναμώσουν και να είναι έτοιμοι για τη μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής που θα ακολουθούσε.
Το πρώτο Ψυχοσάββατο ήταν αφιερωμένο τους αγαπημένους τους ανθρώπους, αυτούς που είχαν φύγει από τη ζωή.
Έπρεπε λοιπόν οι νοικοκυρές να ετοιμάσουν τα κόλλυβα αλλά και το κολλυβόζουμο[5], να τα πάνε στην εκκλησία μαζί μ’ ένα πρόσφορο που είχαν ζυμώσει και ψήσει και αφού τα διάβαζε ο ιερέας να τα μοιράσουν «για να σ’χωρεθούν τα πεθαμένα».
Παλαιότερα έπρεπε να κάνουν κόλλυβα για τους νεκρούς και τα τρία Ψυχοσάββατα.Με την πάροδο του χρόνου όμως το έθιμο περιορίστηκε μόνο στο πρώτο Ψυχοσάββατο.
Πίστευαν ότι τα τρία Ψυχοσάββατα[6](το Κρεατινό, το Τυρινό και το πρώτο της Μεγάλης Σαρακοστής) δεν έπρεπε να λουστούν αλλά ούτε και να ασχοληθούν με τον αργαλειό.
Την Τσικνοπέμπτη, οι λήμνιες νοικοκυρές έφτιαχναν σπιτίσια μακαρόνια τις «Βαλάνες».(Γ.Μέγας)
Έσφαζαν συνήθως και μια κότα με την οποία τσίκνιζαν ή έψηναν παστό χοιρινό. Συνήθιζαν να μαζεύονταν παρέες στα σπίτια και να διασκέδαζουν.
Τα νυχτέρια της περιόδου της Αποκριάς άλλαζαν χαρακτήρα και μεταμορφώνονταν σε βεγγέρες.
Τις Αποκριές, οι Λημνιές κρατούσαν σειρά για το ποια θα πρωτοψήσει στο φούρνο της γειτονιάς. Μοσχομύριζαν οι μαχαλάδες από τις τυρόπιτες, τις γαλατόπιτες και τις κολοκυθόπιτες.
Τα εδέσματα γενικότερα στα τραπέζια ήταν πλούσια και το κρασί άφθονο.
Κατά τις βεγγέρες οι Λημνιοί συνάζονταν στα σπίτια φίλων και συγγενών κι έπαιζαν διάφορα παιχνίδια όπως ήταν η κολοκυθιά, η μπερλίνα, τα τυφλοπάνια, το άλογο, η παπαδιά, η αμπάρα, η γουρτζάλλα, το ξύλο το γαμάρ’.(Γ.Μέγας,1950) αλλά και η μπουκάλα.
Ένα άλλο παιχνίδι των ημερών ήταν κι ο « ξομολόγος». Συνήθως η ποινή ήταν το «μουτζούρωμα», με την κάπνα από το τηγάνι.
Στη Σκανδάλη, «την Αποκριά έζευαν τους σκύλους με μικρό αλέτρι, το φκιάναν με ξύλα, είδος αλέτρι μικρό, ζευγήτες μικρές, να βαστούν το κεφάλι του σκύλου.
Ένας τους τραβούσε και κατόπιν τους λαλούσε. Ένας άλλος από μπροστά μ’ένα τροβά στην πλάτη έσπερνεν αντίς για σπόρο στάχτη. Η στάχτη πήγαινε στα μάτια του κόσμου, γελούσαν, γινόταν χάβρα[7]».
Την Αποκριά μεταμφιεζόντουσαν, μασκαρεύονταν.
Στόχος να μην αναγνωριστούν αλλά και να προκαλέσουν το γέλιο. Φορούσαν ότι ρούχα έβρισκαν. Τα φορούσαν ανάποδα. Παλιά και φαρδιά ρούχα ενώ κάλυπταν το πρόσωπο για να μην τους αναγνωρίζουν.
Κάλυπταν το πρόσωπο με μουτζούρες, μαντήλια. Φορούσαν προβιές ζώων, κουδούνια, κρατούσαν ξύλα , μπαστούνια, μαγκούρες κι έκαναν με παντομίμα αστείες κινήσεις προκαλώντας τους άλλους να μαντέψουν την ταυτότητα τους.
Όταν αποκαλύπτονταν η ταυτότητα των μασκαράδων άρχιζε το τραγούδι και ο χορός.
Την Κυριακή της Τυρινής φρόντιζαν να πάει όλη η οικογένεια στον Εσπερινό για να συγχωρεθούν. Στη συνέχεια ακολουθούσε γλέντι.
Εκείνο το βράδυ στο τραπέζι η οικογένεια έπαιζε και το «παιχνίδι με το αυγό».
Επειδή έπρεπε «με αυγό να κλείσει το στόμα το βράδυ της Αποκριάς και με αυγό να ανοίξει πάλι το βράδυ της Ανάστασης».
Σύμφωνα με το έθιμο όλη η οικογένεια καθόταν γύρω από το τραπέζι και ο μεγαλύτερος, συνήθως ο πατέρας, είχε δέσει σε μια κλωστή που κρεμόταν από το ταβάνι, ένα βραστό αυγό.
Τα μέλη της οικογένειας προσπαθούσαν με το στόμα χωρίς να χρησιμοποιήσουν καθόλου τα χέρια τους, να πιάσουν και να δαγκώσουν το αυγό.
Όποιος τα κατάφερνε το θεωρούσαν τυχερό. Η όλη διαδικασία προκαλούσε τα γέλια και τα πειράγματα.
Ακόμα «στη Φυσίνη της Λήμνου, την Απόκρια (και την Καθαρή Δευτέρα) μερικοί μουτζουρώνονται και ζεύονται στ’ αλέτρι κ’ ένας άλλος με τη βουκέντρα τους λαλεί. Μπροστά ένας άλλος σπέρνει δήθεν σπόρο - ρίχνει στάχτη, χώμα»[8].
Την Καθαρά Δευτέρα γιόρταζαν στην εξοχή τα κούλουμα, με σαρακοστιανά, αλάδωτα και προετοιμάζονταν για τα Θεία Πάθη που θα ακολουθούσαν.
Ευαγγελία Χ.Λιάπη



[1] Η περίοδος του Τριωδίου είναι κινητή γιατί συνδέεται με το Πάσχα που είναι κινητή εορτή.
[2] Την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής δεν γίνονταν γάμοι, χοροί, πανηγύρια. Οι γυναίκες απέφευγαν ακόμα και να στολιστούν.
[3] «Προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακίν σου πώλησον, την εορτή διάβασον», δηλαδή σύμφωνα με τη βυζαντινή παροιμία παραγγέλλεται στο φτωχό να πουλήσει ακόμα και το σακάκι του για να εξοικονομήσει τα απαραίτητα για τις Αποκριές.
[4] «Γιατί δε νηστεύουμ’ Τετάρτη και Παρασκευή αυτή τη βδομάδα».
[5] Το κολλυβόζουμο το έκαναν για να γλυκάνουν τις ψυχές των πεθαμένων. Πίστευαν ότι αυτοί την περίοδο του έτους οι ψυχές είχαν ανέβει στον επάνω κόσμο και ήθελαν να τις φροντίσουν.
[6] "Ανάθεμα που δούλευε τα τρία τα Σαββάτα,
το Κρεατινό, το Τυρινό, τ' αγίου Θεοδώρου!"
[7] Γ.Μέγας(1950)

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Τα Λαζαράκια


«Λάζαρο αν δεν πλάσεις, ψωμί δε θα χορτάσεις» έλεγαν οι παλιοί και γι’αυτό οι γυναίκες, το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου ζύμωναν ψωμάκια – ομοιώματα ανθρώπου σπαργανωμένου, όπως ακριβώς απεικονίζεται ο Λάζαρος στις εικόνες. Τα λαζαράκια που πλάθονταν ήταν όσα και τα παιδιά της οικογένειας και στολίζονταν με γαρύφαλλα για μάτια, αλλά και με φρούτα ή ξηρούς καρπούς.
Το Σάββατο του Λαζάρου αποτελεί μία από τις σημαντικές ημέρες για την Ορθοδοξία καθώς σηματοδοτεί μια μέρα θανάτου και ζωής ταυτόχρονα. Σπάνια θα ακούσει κανείς, στις μέρες μας, τα κάλαντα του Λαζάρου, είναι όμως από τα παλιότερα έθιμα για την ημέρα αυτή. Οι «Λαζαρίνες», κοπέλες και γυναίκες, αλλά και παιδιά που τραγουδούσαν τα Κάλαντα του Λαζάρου, την παραμονή της γιορτής μάζευαν λουλούδια, με τα οποία στόλιζαν τα καλαθάκια τους αλλά και έπλεκαν στεφάνι, με το οποίο κατόπιν στόλιζαν τον Επιτάφιο. Το Σάββατο του Λαζάρου τραγουδούσαν τα κάλαντα της ημέρας από σπίτι σε σπίτι, εισπράττοντας ως αντάλλαγμα αυγά, φρούτα – σπανιότερα χρήματα - και γενικότερα … το βρισκούμενο!

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ


ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Τα Κάλαντα αυτά λέγονται το Σάββατο του Λαζάρου και προετοιμάζουν για τον ερχομό της Μ. Εβδομάδας.


Ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια
Ήρθε η Κυριακή που τρων τα ψάρια
Σήκω Λάζαρε και μην κοιμάσαι
Ήρθε η μάνα σου από την πόλη
Σου ‘φερε χαρτί και κομπολόι
Γράψε Θόδωρε, γράψε Δημήτρη
Γράψε Λεμονιά και Κυπαρίσσι
Οι κοτούλες σας αυγά γεννούνε
Οι φωλίτσες σας δεν τα χωρούνε
Δώστε και σε μας να τα χαρούμε
http://blogs.sch.gr/17nippell/topics/τα-καλαντα-του-λαζαρου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...