Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Προσευχή στο Άγιον Πνεύμα



«....Καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, τὸ κύριον καὶ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν πατρὶ καὶ υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν προφητῶν....»

Την Δευτέρα μετά την Πεντηκοστή, η Εκκλησία μας εορτάζει το Άγιο Πνεύμα. Το Άγιο Πνεύμα είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, το οποίο εκπορεύεται εκ του Πατρός. Είναι ομοούσιο με τα πρόσωπα του Πατρός και του Υιού και κατά το Σύμβολο της Πίστεως «συνπροσκυνείται και συνδοξάζεται» με τον Πατέρα και με τον Υιό, ίσο κατά τη λατρεία και την τιμή.
Προσευχή εις το Άγιον Πνεύμα

Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα το Άγιον, ελθέ μεθ’ ημών και αγίασον ημάς. (Ιωαν. ιδ’ 17).
Πνεύμα Οδηγητικόν, οδήγει ημάς επί τρίβους δικαιοσύνης. (Ιωαν. ιδ’ 17).
Πνεύμα Διδακτικόν, κατάστησον ημάς διδακτούς Θεού. (Α’ Κορ. β’ 13).

Πνεύμα Αληθείας, αποκάλυπτε εις ημάς τα μυστήρια της Βασιλείας των Ουρανών. (Ιωαν. ιδ’ 17).

Πνεύμα Σοφίας, διάνοιγε τους οφθαλμούς της διανοίας μας ίνα κατανοή τα θαυμάσια εκ του Νόμου Σου. (Α’ Κορ. ιβ 8 – Ψαλμ. 118).

Πνεύμα Συνέσεως, απομάκρυνε την αφροσύνη μας. (Β’ Τιμ. α’ 7).

Πνεύμα Υπομνηματικόν, υπενθύμιζε εις ημάς τον υψηλόν μας προορισμόν. (Ιωαν.ιδ’. 17)

Πνεύμα Παράκλητον, ενίσχυε ημάς εις τας θλίψεις του βίου τούτου. (Ιωαν. ιδ’ 17).

Πνεύμα Ευθές, εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις ημών. (Ψαλ. Ν’ 12).

Πνεύμα Δυνάμεως, ενίσχυε ημάς εις την άρσιν του καθ’ ημέραν σταυρού μας. (Πραξ. α’ 8).

Πνεύμα Φωτός, καταύγαζε τα σκότη της νυκτός της παρούσης ζωής.

Πνεύμα Ερευνητικόν, ερευνόν και ετάζον καρδίας και νεφρούς, χάριζε εις ημάς συνείδησιν αγαθήν. (Α’ Κορ. β’ 10).

Πνεύμα Λαλούν, λάλει αγαθά εις τας καρδίας ημών. (Ματθ. ι’ 20).

Πνεύμα Ζωοποιούν, ανόρθωσον τα εκ της αμαρτίας παραλελυμένα και νεκρά μας μέλη. ( Ιωαν. ς’ 63).

Πνεύμα Πληρούν, πλήρωσον τας καρδίας ημών, πίστεως, ελπίδος και αγάπης. (Λουκ. α’ 41).

Πνεύμα Προφητικόν, χάριζε εις ημάς παρρησίαν προφήτου εις τας πονηράς κα δυσκόλους ημέρας μας. (Πραξ. α’ 16).

Πνεύμα Υιοθεσίας, κάμε να κράζωμεν εκ βάθους καρδίας, Αββά ο Πατήρ. (Ρωμ. η’ 15).

Πνεύμα Ελευθερίας, ελευθέρωσον ημάς από τα σύγχρονα είδωλα. (Β’ Κορ.γ’ 17).

Πνεύμα Συναντιλήψεως, γίνου αντιλήπτωρ εις τας ασθενείας μας. (Ρωμ. η’ 26).

Πνεύμα Μεσιτικόν, μεσίτευε υπέρ ημών «στεναγμοίς αλαλήτοις». (Ρωμ. η’ 26).

Πνεύμα Αγάπης, δημιούργησε εντός ημών καρδίας παλλομένας από αγάπην και αφοσίωσιν. (Β’ Τιμ. α’ 7).

Πνεύμα Μαρτυρούν, κατάστησέ μας ζώσαν μαρτυρίαν Ιησού Χριστού εις την εποχήν μας. (Εβρ. ι’ 15).

Πνεύμα Κύριον, αποκάλυψον εις ημάς την αληθινήν Σου λατρείαν. (Α’ Κορ. ιβ’ 5).

Πνεύμα Κατασκηνούν, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν. (Α’ Κορ. ς’ 19).
Και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος,
Και σώσον Αγαθέ τας ψυχάς ημών.
Αμήν.
Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
 

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

20 τραγούδια – θρήνοι για την Πόλη

 


 





γράφει το μέλος Νεκταρία Καραντζή (gate) * 


"...Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη Πήραν και την Αγιό Σοφιά το μέγα μαναστήρι..."

Οι θρήνοι για την άλωση, γνήσια δημιουργήματα της λαϊκής έμπνευσης, εκφράζουν τη θλίψη των «Ρωμιών» για το «πάρσιμο της Πόλης απ’ την Τουρκιά» αλλά και την ελπίδα της επανάκτησης των «αλησμόνητων πατρίδων». Θλίψη και ελπίδα δένονται αρμονικά σε ήχους αργούς και μελικούς. Αλλοτε όμως οι ήχοι τους έρχονται σε αντίθεση με τα λόγια τους και είναι χαρμόσυνοι. Αυτό, όπου έγινε, έγινε σκόπιμα, για να μπορούν τα τραγούδια αυτά να τραγουδιούνται από τους έλληνες στα πανηγύρια τους, χωρίς να δίνουν στόχο για το περιεχόμενό τους, αλλά αντίθετα να δίνουν την αίσθηση πως επρόκειτο για τραγούδια γιορτινά, κατά πως πρόσταζε η περίσταση, ώστε να μη δίνουν στόχο στους Τούρκους, οι οποίοι πλέον επέβλεπαν κάθε κίνηση τους και να μπορούν ταυτόχρονα τα τραγούδια αυτά να περνούν, απαρατήρητα από τον κατακτητή, από στόμα σε στόμα από γενιά σε γενιά.
Είκοσι από αυτά τα τραγούδια – θρήνους για την άλωση, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, θα θυμηθούμε στη συνέχεια, με την πολύτιμη βοήθεια του «Αρχείου Ελληνικής Μουσικής», που οι άνθρωποί του με μεράκι και φροντίδα συγκεντρώνουν και καταγράφουν κάθε λογής παραδοσιακό τραγούδι του τόπου μας. (Για το «Αρχείο Ελληνικής Μουσικής» βλ. περισσότερες λεπτομέρειες στην Βιογραφία του Χρόνη Αηδονίδη στην κατηγορία «βιογραφίες» του MusicHeaven.


1.«Πήραν την Πόλη μωρέ πήραν την, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγιό Σοφιά το μέγα μαναστήρι
Πώ ΄χει σαρανταδυό ΄κλησιές κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και ψάλτης» (Ηπείρου)

2.«Ν’ ανέβαινα πολύ ψηλά, ψηλά παν’ τα ουράνια
Να διω την Πόλ’ πως καιητι, τα κάστρα πως ρημάζουν
΄Πο μια μερια ν ‘ ιδείν φωτιά, ‘πο την αλλ’ χάρος την δέρνει
Τα μοναστήρια καίγουντι κι οι εκκλησιές χαλιούντι
Πήραν μανάδες με παιδιά και πεθερές με τσ’ νύφες
Πήραν μια χήρα παπαδιά με δυο με τρεις νιφάδες» (Μάλγαρα Ανατ.Θράκης)

3.«Να ΄μαν δεντρί στη Βενετιά, χρυσή μηλιά στην Πόλη
και κόκκινη τριανταφυλλιά, μεσ’ τους επτά ουράνους
Ν’ ανέβαινα να βίγλιζα την Πόλη πως τουρκεύει
Πόλη μου για δεν χαίρεσαι, για δε βαρείς παιγνίδια
Το πώς μπορώ να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια
Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος
Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει…» (Καππά Καρδίτσας)
ΤΟ ΜΑΝΤΑΤΟ
Η είδηση της Αλωσης, στους θρήνους, φτάνει άλλοτε από το πουλί που γυρνά με καμένα φτερούδια από την Πόλη, άλλοτε από το παιδί της χήρας που διαβάζει τα χαρτιά, άλλοτε από το καράβι κι άλλοτε από άγγελο σταλμένο απ’ το Θεό…: «ας πάψει το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ’ άγια γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…»
4.«Ένα πουλάκι ξέβγαινε πω μέσα από την Πόλη,
Χρυσά ήταν τα φτερούδια του, χρυσά και κεντημένα
Κι ήταν καημένα από φωτιά και μαυροκαπνισμένα
πες μας πες μας πουλάκι μου, κανα καλό χαμπάρι
Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω
Πήραν την Πόλιν η Τουρκιά, πήραν και το Φανάρι
Πήραν και την Αγια Σοφιά.»(Ελασσόνας)

5.«Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλιν
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ' ο μητροπολίτης°
έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.» (Πόντου)
6.«Που πας μωρέ που πάς χελιδονάκι μου
Που πας χελιδονάκι μου, που πας με τον αγέρα
Πάνω μωρέ πάνω μαντάτα στη Φραγκιά
Πάνω μαντάτα στη Φραγκιά, μαντάτα για την Πόλη
Πήραν μωρέ πήραν, την Πόλη πήρανε
Πήραν την Πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν μωρέ πήραν και την Αγια Σοφιά
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μαναστήρι
Βγάλτε μωρέ βγάλτε παπάδες τα ιερά
Βγάλτε παπάδες τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε
Γιατί μωρέ γιατ’ είναι θέλημα Θεού
Γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει» (Ηπείρου)

7«Γιατί πουλί μ΄ δεν κελαηδείς πως κελαηδούσες πρώτα
Για πως μπορώ να κελαηδώ ;
Με κόψαν τα φτερούδια μου, με πήραν τη λαλιά μου
Μας πήρανε μπρ’ αμάν την Πόλη μας και την Αγια Σοφιά μας
Κλαίγει πικράν η Παναγιά» (θρήνος Θράκης)

8.«Εσείς πουλιά πετούμενα, πετάτε στον αέρα
Στείλτε χαμπέρια στη Φραγκιά στη Μοσχοβιά μαντάτα
Πήραν την πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Και η κυράτσα Παναγιά στην πόρτα ακουμπισμένη
Χρυσό μαντήλιν εκρατεί, τα δάκρυα της σφουγγούσε
Και τους μαστόρους έλεγε και τους μαστόρους λέγει
Πάψτε μαστόροι τη δουλειά, μη χάνετε καιρό σας
Εδώ τζαμί δε γίνεται, για να λαλούν χοτζάδες,
εδώ θα μένει η Αγια Σοφιά…» (Δυτ. Μακεδονίας)

9.«Ισείς πουλιά μ’ πιτούμενα, πιτάτι στουν αέρα
Χαμπέρ να πάτι στο Μοριά, χαμπέρι στην Ελλάδα:
«Τούρκοι την Πόλη πήρανε» , πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν και την’ Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι
Πώ χει τριακόσια σήμαντρα κι αξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς κάθε παπάς και διάκος
Τούρκοι την Πόλη πήρανε..» (Νιγρίτα Σερρών)

10.«Από την Πόλη ως τη Σαλλονίκη, Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει
Χρυσός αητός βγήκε να γκιζιρήσει, νούδι γκιζιρούσι, νούδι κι πετούσι
Μον΄ περπατούσι κι ηλεγεν Ελένη μ’ πήραν την πόλ’ πήραν τη Σαλλονίκη
Πήραν την Πολ’ πήραν την Σαλλονίκη, πήραν το Μέγα Μοναστήρι
Πω χει τριακόσια σήμαντρα Ελένη μ’ κι ηξήντα δυο καμπάνες
Κι ηξήντα δυο καμπάνες και χίλιους καλογέρους» (Καρδίτσας)


11.«Θέλω ν’ ανέβω σε βουνό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
γιε μ’ τους κάμπους ν΄ αγναντέψω,
πέρδικα, μαρή πέδικά μου.
Βρίσκω μια πετροπέρδικα, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μια πετροπεριστέρα
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου.
Να λέει τραγούδι θλιβερό, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ να λέει μοιρολόγι
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Μοιρολογούσε κι έλεγε, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ μοιρολογάει και λέει,
Πέρδικα, μαρή πέρδικά μου.
Οι Τούρκοι επήραν τη Σοφιά, πέρδικα, μαρή πέρδικα
Γιε μ’ το Μέγα Μαναστήρι
Πέρδικα, πετροπέρδικά μου
Πήραν άσπρα, πήραν φλωριά
Πήραν μανάδες και παιδιά μου…» (Ανατ. Στερεάς Ελλάδας)
12. «Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
Τις το 'πεν; Τις το μήνυσε; Πότε 'λθεν το μαντάτο;
Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
-"Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;"
-"Ερκομαι ακ τα' ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.»
13.«Στην Πόλη γράφουν τα χαρτιά, στη Σαλλονικ’ τα στέλνουν
Κανάς δεν πάει να τα δει, κανάς δεν τα διαβάζει
Μόνο της χήρας το παιδί πααιν΄ και τα διαβάζει
Η μάνα του τον ρώτησι κι η μάνα του του λέει
Παιδί μ’ τι γράφουν τα χαρτιά, τι μολογάει το γράμμα
Αυτό που γράφουν τα χαρτιά ο Θιός να μην το δώσει
Θέλει να γίνει πόλεμος, η Πόλη να τουρκέψει» (Σαγιάδες Τρικάλων)
14.«Σημαίνει ο Θιός, σημαίνει η γης, σημαίνουν τα επουράνια,
σημαίνει κι η Αγια Σοφιά, το μέγα μοναστήρι,
με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες,
κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και διάκος.
Ψάλλει ζερβά ο βασιλιάς, δεξιά ο πατριάρχης,
κι απ΄ την πολλήν την ψαλμουδιά εσειόντανε οι κολόνες.
Να μπούνε στο χερουβικό και να 'βγει ο βασιλέας,
φωνή τους ήρθε εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα:
"Πάψετε το χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τ' άγια,
παπάδες πάρτε τα ιερά και σεις κεριά σβηστείτε,
γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.
Μόν' στείλτε λόγο στη Φραγκιά, να 'ρτουνε τρία καράβια°
το 'να να πάρει το σταυρό και τ' άλλο το βαγγέλιο,
το τρίτο το καλύτερο, την άγια τράπεζά μας,
μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας τη μαγαρίσουν".
Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
"Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,
πάλι με χρόνους, με καιρούς, πάλι δικά μας είναι». (Θράκης)
15.«Τρεις καλογέροι κρητικοί και τρεις απ’ τ’ Αγον Όρος
Καράβιν αρματώνουνε και καλοσυγυρίζουν
Στην πρύμνη βάζουν το σταυρό, στη μεσ’ τον Πατριάρχη
Και ψάλλαν το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Φωνή ηκούσθη εξ ουρανού, εκ στόματος αγγέλου
Ας πάψει το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
Πήραν οι Τούρκοι τη Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι
Πώ ΄χει τριακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες» (Μακεδονίας)

16.«Τρεις καλογέροι κρητικοί, ωρέ και τρεις Αγιονορείτες
καράβι ν’ α – κι αμάν αμάν, καράβι ν’ αρματώνανε
Καράβι αναματώσανε σ’ ένα βαθύ λιμάνι
Φωνή ακόυστη εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλου στόμα:
«Πήραν την Πόλη, πήραν την , πήραν τη Σαλλονίκη
πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι…»(Πελοποννήσου)

17.«Σήμερα ψέλνουν εκκλησιές κι όλα τα μοναστήρια
Ψέλνει και η Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι,
Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξήντα δυο καμπάνες
Κάθε καμπάνα και παπάς
Ψιλή φωνή εξέβγηκε μέσα απού τα ουράνια:
«Αγία Σοφία πάρθηκε σ’ Αγαρηνών τα χέρια
να κόψουνε οι ψαλμωδιές» (Μ. Ασίας, Βιθυνίας)


«…ΤΟ ΄ΝΑ ΦΩΡΤΩΝΕΙ ΤΟ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΛΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ…»
Μετά την άλωση οι πιστοί έτρεξαν να περισώσουν τα ιερά τους, την άγια τράπεζα, το σταυρό, το ευαγγέλιο, τα εικονίσματα. Τα καράβια ετοιμάζονται για το έργο της μεταφοράς. Το μοτίβο γνωστό και κοινό σε πολλά τραγούδια του τόπου μας.

18.«Τρία καράβια – βόηθα Παναγιά – τρία καράβια φεύγουνε
που μέσα που την Πόλη, κλαίει καρδιά μ’ κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το ΄να φουρτώ – βόηθα Παναγιά – το ’να φουρτώνει το σταυρό
Κι τα’ άλλου του Βαγγέλιου κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Το τρίτο το – βοήθα Παναγιά – το τρίτο το καλύτερο
Την Αγια Τράπεζά μας, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Μη μας τα πά – βόηθα Παναγιά – μη μας τα πάρουν οι άπιστοι
Και μας τα μαγαρίσουν, κλαίει καρδιά μου κλαίει
καρδιά μ’ κι αναστενάζει
Η Παναγιά αναστέναξι κι δάκρυσαν οι κόνις….» (Ανατ. Θράκης)

19«Μον’ δώστε λόγο στη Φραγκιά, να’ ρθουν τρία καράβια
Το ΄να να πάρει το σταυρό και τ’ άλλο το ευαγγέλιο
Το τρίτο το τρανίτερο την άγια τράπεζά μας
Μη μας τα πάρουν οι άπιστοι και μας τα μαγαρίσουν
Κι η Δέσποινα ως τα’ άκουσε, τα μάθια τσε δακρύσαν
Κι ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ την επαρηγορούσαν
Σώπασ’ αφέντρα μ’ και κυρά και μην πολύ δακρύζεις
Πάλαι με χρόνια με καιρούς, πάλαι δικά μας θα ’ναι» (Βορείου Αιγαίου)


«…ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ, ΤΟ ΜΕΓΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ…»
Η ελπίδα της απελευθέρωσης της Πόλης, συνόδευε τα τραγούδια και τους θρήνους των «ρωμιών» από τα πρώτες κι όλες εκείνες μέρες της άλωσης. Ονειρεύονταν το χτίσιμο ξανά της Πόλης και το «ξαναλειτούργημα» στην Αγια Σοφιά, όνειρο που αποτύπωνεται στους στίχους των θρήνων τους…

20. «Ανάμεσα τρεις θάλασσες, τριανταφυλλάκι μ’ κόκκινο
Ανάμεσα τρεις θάλασσες, καράβι κινδυνεύει
Με τ’ άργανα κιντύνευε, τριαναταφυλλάκι μ’ κόκκινο,
Με τ’ άργανα κιντύνευε, με τον αέρα σειώταν
Και με τα χαλκοτύμπανα, μαζώνοντ’ αντρειωμένες.
Μαζώνουνταν, συνάζουνταν, πύργον θέλουν να στήσουν,
Να στήσουν την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι.
Τα περιστέρια κουβαλούν, τα χελιδόνια χτίζουν
Κι οι Αγγελοι απ’ τον ουρανό βάζουν τα κεραμίδια» (Θεσσαλίας (Πηλιορείτικο


Περισσότερα: http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&id=148#ixzz3NrQDEgB7

Σαβίνα Γιαννάτου - Γιατί πουλί μ' δεν κελαηδείς (subtitles)


Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Ένας άγιος σε λάθος μέρος



«Πως μπορούν κάποιοι να βρίσκουν λύση πολύ εύκολα στα πιο περίπλοκα προβλήματα, ενώ άλλοι πανικοβάλλονται όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ένα μικρό πρόβλημα και πνίγονται σε μία κουταλιά νερό;" ρώτησα.
Ο Ramesh απάντησε με τη διήγηση της ακόλουθης ιστορίας:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που η ψυχή ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατ 'ευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν. Και πράγματι εκεί πήγε.

Εκείνο τον καιρό, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της. Δεν βρήκε το όνομα αυτού του ανθρώπου, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση.
Στην κόλαση κανείς δεν ελέγχει ποιος εισέρχεται. Ο άνδρας εισήλθε και παρέμεινε στην Κόλαση ...
Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος εισέβαλε από τις πύλες του Παραδείσου, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Άγιο Πέτρο.
"Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο!" είπε.
Ο Άγιος Πέτρος ρώτησε τον Εωσφόρο γιατί ήταν τόσο θυμωμένος, και ο οργισμένος Εωσφόρος του απάντησε:
"Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη. Η κατάσταση άλλαξε στην Κόλαση. Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται για τον άλλον. Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι ! Πάρτε τον πίσω στον παράδεισο! "
Όταν τελείωσε ο Ramesh την ιστορία, με κοίταξε και μου είπε:
«Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν σε στείλουν κατά λάθος στην κόλαση, ο ίδιος ο διάβολος να σε επιστρέψει στον Παράδεισο».
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Ο Μανώλης Ανδρόνικος για τους νέους (1967)

  

Η γενιά του 1950 πείνασε και αγωνίστηκε μέχρι να ορθοποδήσει ...και είναι αλήθεια ότι στερήθηκε πολλά,αλλά είχε στην ψυχή της την ελπίδα...το όραμα για κάτι το καλύτερο !
* Η σημερινή γενιά έχασε την ελπίδα ή τουλάχιστον την έσβησαν και την αφαίρεσαν απ΄αυτήν κι αυτό είναι το πιο τραγικό...
Και με ρωτάει ο 15ντάχρονος "πώς θα πορευτούμε" ; Και του απαντώ με θάρρος και πίστη και ελπίδα !
Και θα του θυμίσω τα λόγια της ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ του Μανόλη Ανδρόνικου στην εφημερίδα ΒΗΜΑ τον Μάιο του Ι967. Εκεί μεταξύ των άλλων γράφει :
«Όταν βλέπω τα μάτια των νέων καρφωμένα επάνω μου, νιώθω πως βυθίζονται στα έγκατα της ψυχής μου για να ανασύρουν από κει ό,τι έχει μαζευτεί χρόνια τώρα. Αγάπη και κακίες, γνώσεις και όνειρα, ελπίδες και φόβοι. Με ερευνούν και με ελέγχουν και προσδοκούν να πάρουν κουράγιο, για τον δικό τους δρόμο. Τι να τους μαρτυρήσω; Είναι στιγμές που είμαι έτοιμος να τους πω πόσο κουραστήκαμε η γενιά μου, ποια γενιά ; Ας πούμε η γενιά του 40.
 
Πόσο πολύ πιστέψαμε το φως μέσα στο σκοτάδι και πόσο λίγο ήταν το ψωμί που έθρεψε το κορμί μας στην πρώτη του νιότη. Πόσο ζαλισμένοι ξυπνήσαμε την αυγή της Λευτεριάς για να ψηλαφίσουμε το χώμα και τη θάλασσα, να χτίσουμε ένα σπίτι, να βρούμε μια γυναίκα, να πάρουμε αυτό που λέμε το δρόμο της ζωής. Ποιος μπορεί να πει τι κάναμε, τι πήραμε και τι δώσαμε;
 
Μας βλέπουν τα νεανικά μάτια ερωτηματικά. Θέλουν να τους θυμίσουμε πως ύψωναν τα παιδιά τα χέρια τους στον περίεργο χαιρετισμό του φασισμού…πως έκλαψαν τον Φρεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.
 
Ο Σαγγάριος ήταν το πρώτο μας παραμύθι, μαζί ,ε τη φωτιά της Σμύρνης και τους Τσέτες. Δεν είναι γνωστή στα παιδιά μας η λέξη «πρόσφυγας»και του αϊτού ο γιος» δεν τους λέει τίποτα. Κι αν δουν σε κάποιο μουσείο ένα μαύρο δίκοχο δε θα δακρύσουν, αφού δεν έχουν δει τη μορφή εκείνου που το φορούσε.
 
Τα παιδιά μας δεν είδαν το κίτρινο πεντάλφα των Εβραίων, δεν έχασαν τους φίλους τους στο κρεματόριο. η αγαπημένη τους Ραχήλ δεν έγινε σαπούνι. Όλ’ αυτά δε γίνονται τραγούδι, ούτε θέατρο, ούτε βιβλία. Έχουν γίνει πίκρα μέσα στις καρδιές μας και γεννούν κακούς εφιάλτες τις νύχτες. Στα παιδιά μας μπορούμε να πούμε μονάχα : πεινάσαμε, πονέσαμε, ελπίσαμε. Τώρα ζούμε, τώρα περάσαμε πέρα από την ελπίδα…
 
Τα μάτια των παιδιών μας ρωτούν. Μπορούμε να ελπίζουμε, μπορούμε να ζήσουμε ;Τι να τους πούμε; Αφού εμείς ζήσαμε και ζούμε, αφού είμαστε ακόμα όρθιοι και κάνουμε όνειρα, θα πεί πως μπορείτε κάτι παραπάνω, πως πρέπει να ζήσετε και να ελπίζετε και να κάνετε όνειρα. Αν δεν είναι καυτός ο ήλιος της χαράς σας, είναι όμως ήλιος, το σκοτάδι το περάσαμε εμείς, εσείς στεκόσαστε γερά στα πόδια σας, τα μάτια σας βλέπουν μπροστά, οι αρμοί σας είναι γεροί για να χορέψετε, να κάνετε έρωτα, να χτίσετε σπίτια, για να σας φέρουν στο φεγγάρι.
 
Τα μάτια των παιδιών μας κατηγορούν : Για την κακία που βλέπον γύρω τους, για τις αδυναμίες μας , για την απιστία μας, για την υποκρισία μας. Και τα μάτια των παιδιών είναι καθαρά, φωτεινά, έτσι ήταν και τα δικά μας μάτια , έτσι είναι και τώρα όταν μείνουμε μονάχοι στο σκοτάδι και ονειρευόμαστε, έτσι θέλουμε να είναι όλα τα μάτια κι όλες οι καρδιές των ανθρώπων.
 
Είμαστε λιγότεροι κακοί απ’ όσο μας νομίζουν τα παιδιά μας, είμαστε όμως αδύναμοι. Χρειάστηκαν να ξοδέψουμε τις δυνάμεις μας, όλες μαζί, σε μια μέρα ή σ’ ένα χρόνο, ποιος είχε καιρό να μετράει τότε τις στιγμές. Η Λευτεριά ζητούσε αίμα και πόνο και της τα προσφέραμε αφειδώλευτα, το σκοτάδι ζητούσε φως και το πήραμε από τα δικά μας μάτια, οι άνθρωποι ζητούσαν ψωμί κι ελπίδα και τα σκορπίσαμε όπου βρισκόμασταν. Δουλεύαμε για το μέλλον του ανθρώπου, της πατρίδας, της γης, δε νοιαζόμασταν για το δικό μας μέλλον.
 
Μπροστά στα εξεταστικά μάτια των παιδιών αισθανόμαστε συχνά ντροπιασμένοι, γιατί και κείνα και μεις πιστέψαμε πως είχαμε ξεπεράσει την ανθρώπινη μοίρα , πως αποκαθαρθήκαμε μέσα στην πυρά της δοκιμασίας από τις μικρότητες και της αδυναμίες της ζωικής μας φύσης. Και μας είναι οδυνηρή η αποκάλυψη πως μείναμε άνθρωποι, με έγνοιες και φροντίδες ασήμαντες, με εγωισμούς και ματαιοδοξίες απροσδόκητες.
 
Δεν είναι ανάγκη να απολογηθούμε, φτάνει μονάχα η εξομολόγηση. Και φτάνει μονάχα η αγάπη προς τα παιδιά μας, για να τους πείσει πως κάποτε μας αδικούν. Πως δεν τους ωφελεί να παίρνουν μονάχα τη θέση του κατήγορου, έτοιμοι να κεραυνώσουν τους αμαρτωλούς, γιατί μια τέτοια στάση μαρτυρεί πολύν εγωισμό, κάποτε αδικαιολόγητο.
 
Πιστεύουν πως εκείνοι είναι καλύτεροί μας, αυτό πιστεύουμε κι εμείς. Ξέρουν πως κάναμε λιγότερα απ’ όσα μπορούσαμε , το ξέρουμε και λυπόμαστε γι’ αυτό. Νιώθουν ότι δεν είμαστε όσο θα ήθελαν ειλικρινείς απέναντι τους κι απέναντι στον εαυτό μας, καταλαβαίνουμε το αίσθημά τους αυτό.
 
Η γενιά μας, ας πούμε η γενιά του 40…δεν είχε προλάβει να κρίνει τους πατέρες της, γιατί πλήρωναν με το αίμα τους πατρικούς λογαριασμούς, δεν είχαν προλάβει να σκεφτούν το μέλλον τους, γιατί είχαν να πολεμήσουν με το τουφέκι στο χέρι γι αυτό, δεν είχαν προλάβει να τραγουδήσουν παρά τραγούδια ηρωικά και πένθιμα, δεν είχα προλάβει να αγαπήσουν τίποτα άλλο από τον άνθρωπο, τη Λευτεριά και το Θάνατο.
 
Ποιος μπορεί να πει τι κάναμε, τι πήραμε , τι δώσαμε η γενιά μας; Ένα μονάχα μπορούμε να πούμε : Πολύ αγαπήσαμε ,πολύ πονέσαμε και πολλά ελπίσαμε. Κι ελπίζουμε, γιατί μάθαμε να μην απελπιζόμαστε μπροστά σε τίποτα.


Στον Μανόλη Ανδρόνικο, με πολύ σεβασμό ξαναθυμίζω το θαυμάσιο λόγο του, τη μικρή εξομολόγησή του προς τους νέους !
 
 Πηγή : Όπου γης

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Δ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ Ο νέος που δικαιούται να μας δείξει πώς είναι η ζωή




 

Το βράδυ της 14ης Οκτωβρίου 2006 η κοινωνία της Θεσσαλονίκης πάγωσε στο άκουσμα της είδησης ότι ένα 16χρονο παιδί τραυματίστηκε σοβαρότατα έξω από το 7ο γενικό λύκειο της Καλαμαριάς, το οποίο τελούσε υπό κατάληψη, όταν, την ώρα που στεκόταν στο πεζοδρόμιο μαζί με δύο φίλους του, έπεσε επάνω του ασυνείδητος οδηγός που έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.
 

Της Βαρβάρας Ζούκα
Μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικοί, χιλιάδες κόσμου κινητοποιήθηκαν από την πρώτη στιγμή, προσπαθώντας να υποστηρίξουν έμπρακτα το 16χρονο τότε αγόρι στην πολύμηνη μάχη που έμελλε να δώσει, ώστε κατ’ αρχήν να κρατηθεί στη ζωή και μετέπειτα να μάθει να κινείται επάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι.
Ο άτυχος μαθητής της β’ λυκείου υπέστη συντριπτικό κάταγμα στον αυχένα και ολική ρήξη νωτιαίου μυελού. Χρειάστηκε να υποβληθεί σε επάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις, να νοσηλευτεί επί μακρόν στο “Παπανικολάου” και σε εξειδικευμένο κέντρο αποθεραπείας στη Σουηδία, ενώ υπέστη ακόμη ακρωτηριασμό του δεξιού χεριού του από το ύψος του ώμου και τραχειοτομή.
Σήμερα ο 25χρονος πλέον Δημήτρης Αντωνίου συγκινεί διπλά με τη δύναμη της ψυχής και την ευρύτητα του πνεύματός του. Αν και εξακολουθεί -εννέα ολόκληρα χρόνια μετά το τραγικό ατύχημα που άλλαξε τη ζωή του- να κινείται επάνω σε ένα ηλεκτρικό καρότσι, ο Δημήτρης είναι κάθε άλλο παρά καθηλωμένος.
Αντίθετα έχει ανοίξει τα φτερά του στις επιστήμες, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του στο τμήμα Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και συνεχίζοντας τώρα με μεταπτυχιακές σπουδές στην οικονομική θεωρία στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ο ίδιος ανυπομονεί να ενταχθεί στην παραγωγική διαδικασία. “Οι μεγαλύτεροι οικονομολόγοι προέρχονται από το χώρο της φυσικής”, λέει χαρακτηριστικά. Εξάλλου ήδη σε συνεργασία με έναν καθηγητή του από το πανεπιστήμιο έχει βάλει στα σκαριά την προετοιμασία μιας καινούργιας έρευνας στο πεδίο των πηγών ενέργειας.

ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ…
Ο Δημήτρης Αντωνίου αυτήν την περίοδο κάνει τα πρώτα βήματά του στο χώρο της συγγραφής βιβλίων. Στις 28 Μαρτίου παρουσιάζεται η πρώτη συλλογή διηγημάτων, που φέρει την υπογραφή του, σε εκδήλωση που οργανώνει ο αθλητικός και πολιτιστικός σύλλογος “Ναύαρχος Βότσης” με την υποστήριξη και του δήμου Καλαμαριάς. Η εκδήλωση, όπως αναφέρει η γενική γραμματέας του συλλόγου Μαλάμω Παπαδοπούλου, θα πραγματοποιηθεί στις 7 το απόγευμα στο δημοτικό θέατρο Καλαμαριάς “Ν. Βότσης”, το οποίο βρίσκεται στους χώρους του 5ου λυκείου, στη συμβολή της Μεγάλου Αλεξάνδρου με την Ανατολικής Θράκης.
Το πρώτο βιβλίο του Δημήτρη φέρει τον τίτλο “Έτσι είναι η ζωή”, που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, “είναι μία φράση τόσο ασαφής, που όμως οι απελευθερωτικές ιδιότητές της μπορούν να μαγνητίσουν τον καθένα”. Μάλιστα το βιβλίο, το οποίο θα παρουσιάσει ο δάσκαλος και συγγραφές Ισίδωρος Ζουργός, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και δύο αυτοβιογραφικά διηγήματα.
“Είχα την ανάγκη να εξωτερικεύσω ορισμένα πράγματα, γι’ αυτό και αποφάσισα να αποτυπώσω στο χαρτί τις σκέψεις που συνήθως κάνω τα βράδια, καθώς ούτως ή άλλως δεν μπορώ να κοιμηθώ καλά. Μέσα από δύο διηγήματα που έχουν περιληφθεί στο βιβλίο ήθελα να πω τη δική μου ιστορία. Και μέσα από τα υπόλοιπα διηγήματα όμως θέλησα να περνούν μηνύματα, που έχουν ιδιαίτερη αξία για τους νέους, για σοβαρά ζητήματα, όπως το κάπνισμα, η βία, η διαφορετικότητα κ.ά.”, λέει ο Δημήτρης Αντωνίου.

Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΓΚΡΑΦΙΤΙ
Την ίδια ώρα ο Δημήτρης δεν εγκατέλειψε μία από τις μεγαλύτερες αγάπες του, όπως περιγράφει την τέχνη του γκράφιτι. “Θυμάμαι η πρώτη φορά που επισκέφθηκα το δήμο Καλαμαριάς ήταν στα 13 μου χρόνια, για να ζητήσω την άδεια για ένα γκράφιτι που είχα κατά νου. Τότε δεν μου είχαν δώσει την άδεια. Μετά το ατύχημα εγκατέλειψα το μεράκι μου. Λίγα χρόνια αργότερα όμως συνάντησα έναν παλιό μου φίλο και έπειτα άλλον έναν κι έτσι σιγά σιγά ξαναστήσαμε την ομάδα μας. Στην αρχή γράφαμε το σύνθημα c’est la vie (έτσι είναι η ζωή), που αποτελεί και το μότο της δικής μου ζωής. Στη συνέχεια αρχίσαμε να επιλέγουμε κι άλλες παραστάσεις, χρησιμοποιώντας πάντοτε χαρούμενα χρώματα, με σκοπό να ομορφύνουμε τους χώρους όπου συναθροίζονται παιδιά”, παρατηρεί ο Δημήτρης.
Στο πάρκο των Χαμένων Πατρίδων στην Καλαμαριά ξεχωρίζει το γκράφιτι που έκανε η ομάδα c’est la vie, απεικονίζοντας σε μία κίνηση γεμάτη συμβολισμούς τον ίδιο τον Δημήτρη επάνω σε ένα αναπηρικό καροτσάκι, που όμως έχει φτερά. Αυτήν την περίοδο ο Δημήτρης με την παρέα του έχουν αναλάβει να ομορφύνουν τους χώρους του 11ου δημοτικού σχολείου στην Καλαμαριά. “Δημιουργήσαμε μία κουκουβάγια και επιλέξαμε το σύνθημα ‘αγαπάμε το σχολείο’”, υπογραμμίζει ο ίδιος.
Μετά το ατύχημα, όπως περιγράφει ο ίδιος ο Δημήτρης στο πρώτο βιβλίο που ετοιμάζεται να εκδώσει, “δέθηκα με γονείς και φίλους, ερωτεύτηκα τη μουσική και τη λογοτεχνία και γενικά ενδιαφέρομαι και ασχολούμαι με οτιδήποτε. Όσο κι αν ωρίμασα όμως, απώτερος σκοπός μου δεν είναι άλλος παρά να βρω και να νιώσω ξανά, όπως το παιδί που κάποτε ήμουν…”.
http://www.makthes.gr/news/reportage/134836/

Ο πύργος της βαβέλ (για παιδιά)


Ο Κατακλυσμός (για παιδιά)


Κάιν και Άβελ (γιά παιδιά)


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...